Σάββατο, 19 Φεβρουαρίου 2011

Να θυμόμαστε τις ρίζες μας

Πριν σαράντα, και χρόνια, τσακώνονταν οι μαθητές,

ποιος θα απαγγείλει τα ποιήματα στις εθνικές εορτές

και συγκεκριμένα το: μέριασε βράχε να διαβώ του

Α. Βαλαωρίτη και ο ματρόζος του Γ. Στρατήγη. Και τα

δύο έντεχνα δεν ακούγονται πλέον στις σχολικές αίθουσες.

Σας παραθέτω τον ματρόζο , διαβάστε τον, βγάλτε τα

συμπεράσματά σας και σας παρακαλώ τα παιδιά σας,

να τον μάθουν από έξω, για να μπορούν μεθαύριο

με ψηλά το κεφάλι να πουν και αυτά:

"Αν οι ζητιάνοι σαν κι εμέ δεν έχυναν το αίμα,
οι καπετάνοι σαν και σε δεν θα φορούσαν στέμμα!".

Ένας Σπετσιώτης γέροντας, σκυφτός από τα χρόνια,
με κάτασπρα μακριά μαλλιά, με πύρινη ματιά,
σαν πλάτανος θεόρατος γυρμένος απ' τα χιόνια,
περνούσε πάντα στο νησί τα μαύρα γηρατειά.
Είναι από κείνη τη γενιά κι ο γέρο καπετάνος
που ακόμα και στον ύπνο του την έτρεμε ο Σουλτάνος.

Είναι από κείνους που έχυσαν το αθάνατό τους αίμα,
από τους χίλιους που έβγαλες πατρίδα μου χρυσή,
είναι από κείνους που έβαλαν στην κεφαλή σου στέμμα
και άγνωστοι σβηστήκανε στο δοξαστό νησί.
Είχες αστέρια ολόλαμπρα στον ουρανό σου κι άλλα,
μα εκείνα που δεν έλαμψαν ήσανε πιο μεγάλα.

Σαν έγραψαν με το δαυλό της ιστορίας μόνοι,
χωρίς γι αυτούς τους ήρωες μια λέξη αυτή να πει,
με την πληγή τους για σταυρό κι ατίμητο γαλόνι,
άλλοι στα δίχτυα εγύριζαν και άλλοι στο κουπί.
Κι οι στολοκάφτες των Σπετσών, τ' ατρόμητα λιοντάρια,
με τις βαρκούλες έπιαναν στο περιγιάλι ψάρια.

Ο γέρος μας παράπονο ποτέ δε λέει κανένα,
μα καπετάνους σαν δεί μες στα βασιλικά,
εκείνους που 'χε ναύτες του με μάτια βουρκωμένα
στα περασμένα εγύριζε και στα πυρπολικά,
και ξαπλωμένος δίπλα μου, μου λέγε εκεί στην άμμο
πόσα καράβια εκάψανε στην Τένεδο, στη Σάμο.

"Παιδί μου, τώρα εγέρασα, παιδί μου θ' αποθάνω",
στο τέλος πάντα μου 'λεγε μ' εν' αναστεναγμό,
"Ένας Ματρόζος δεν μπορεί να κάνει το ζητιάνο,
μα να βαστάξω δεν μπορώ της πείνας τον καημό.
Κλαίω που αφήνω το νησί, θα πάω στην Αθήνα,
πριν πεθαμένο μ' εύρετε μια μέρα από την πείνα...

Μου λεν, ο καπετάν Κωνσταντής, απ' τα Ψαρά κει πέρα,
πως υπουργός εγίνηκε μεγάλος και τρανός,
κι αν θυμηθεί πως τη ζωή του έσωσα μια μέρα
απ' έξω από την Τένεδο, μπορούσε ο Ψαριανός
να κάνει τίποτε για με κι ίσως να δώσουν κάτι
σ' εκείνον που 'χε τάλαρα τη στέρνα του γεμάτη".

Πέντε έξι ημέρες ύστερα εμπήκε στο βαπόρι
κι ακουμπιστός περίλυπος επάνω στο ραβδί,
ως που στην Ύδρα έφθασε, εγύριζε στην πλώρη
το λατρευτό του το νησί ο γέροντας να δει.
Και σκύβοντας τα κύματα δακρύβρεχτος ερώτα,
πως φεύγει τώρ' απ' το νησί και πως ερχόταν πρώτα.

"Εδώ τι θέλεις, γέροντα?" ρωτά τον καπετάνο
στο υπουργείον εμπροστά κάποιος θαλασσινός
ντυμένος στα χρυσά. "Παιδί μου, είναι πάνω
ο Κωνσταντής?". "Ποιος Κωνσταντής?". "Αυτός... ο Ψαριανός".
"Δε λεν κανένα Ψαριανό, εδώ είναι Υπουργείο,
να ζητιανέψεις πήγαινε μες στο φτωχοκομείο!".

Ο γέρος ανασήκωσε το κάτασπρο κεφάλι
και τα μαλλιά του εσάλεψαν σαν χαίτη λιονταριού
και με σπιθόβολη ματιά μες απ' τα στήθια βγάνει
με στεναγμό βαρύγνωμο φωνή παλληκαριού:
"Αν οι ζητιάνοι σαν κι εμέ δεν έχυναν το αίμα,
οι καπετάνοι σαν και σε δεν θα φορούσαν στέμμα!".

Τότε ο Κανάρης που άκουσε φιλονικία κάτου,
στο παραθύρι πρόβαλε να δει ποιος τον ζητεί
και το νησιώτη βλέποντας λαχτάρησε η καρδιά του
και να 'ρθει επάνω διέταξε με τον υπασπιστή.
Κάτι η φωνή του γέροντα του εξύπνησε στα στήθη,
κάτι που μοιάζει με όνειρο μαζί και παραμύθι.

Τον κοίταξε* τα μάτια του μες στα μακριά του φρύδια,
που μοιάζανε σαν αετούς κρυμμένους στη φωλιά,
στον καπετάνο εφάνηκαν με την φωτιά την ίδια,
όταν τα εφώτιζε ο δαυλός τα χρόνια τα παλιά.
Κι ένας τον άλλο κοίταζε κατάματα οι δυο γέροι,
ο ημίθεος τον γίγαντα, ο ήλιος το αστέρι.

"Δεν με θυμάσαι, Κωνσταντή?" σε λίγο του φωνάζει,
"γρήγορα συ με ξέχασες, μα σε θυμάμαι εγώ!...".
"Ποιος το 'λπιζε να δει ποτές", ο γέροντας στενάζει,
"τον καπετάνο ζήτουλα, το ναύτη υπουργό!...".
Και σκύβοντας την κεφαλή στα διάπλατά του στήθη,
τη φτώχεια του ελησμόνησε, τη δόξα του εθυμήθη.

"Ποιος είσαι, καπετάνο μου? Και ποιο 'ναι το νησί σου?",
ο Ψαριανός τον ερωτά με πόνο θλιβερό,
"πενήντα χρόνια, μια ζωή, περάσανε, θυμήσου
απ' της καλής μου εποχής, εκείνης τον καιρό.
Μήπως στην Σάμο ήσουνα την εποχή εκείνη?
Στην Κω, στην Αλεξάνδρεια, στη Χιο, στη Μυτιλήνη?"

Απ' έξω απ' την Τένεδο ...πενήντα πέντε χρόνια
επέρασαν απ' την στιγμήν εκείνη, σαν φτερό.
Σαν να σε βλέπω Κωνσταντή, δε θα ξεχάσω αιώνια...
Ακόμα στο μπουρλότο σου καβάλα σε θωρώ...
Χρόνος δεν ήταν που 'καψες στη Χιο τη ναυαρχίδα
κι ήταν η πρώτη μου φορά εκείνη που σε είδα...

Απ' έξω απ' την Τένεδο, θυμάσαι? Μια φρεγάδα
σ' έβαλε εμπρός μ' αράπικου αλόγου γληγοράδα
μ' οχτώ βατσέλα πίσω της* εμοιάζαν περιστέρια
κι εσύ γεράκι γύρω τους... επάνω στο μπουρλότο,
που την κορβέτα τίναξες πρωτύτερα στ' αστέρια,
σαν δαίμονας μες στον καπνό γλυστρούσες και στον κρότο.

Σε καμαρωνώ από μακριά... κι οι ναύτες κι ο λοστρόμος
μ' εξώρκιζαν να φύγουμε* τους είχε πιάσει τρόμος,
γιατί η αρμάδα ζύγωνε* επάνω στο τιμόνι
θάρρος στους ναύτες σου έδινες... δεν βάσταξε η καρδιά μου,
σε μια στιγμή χανόσουνα, σε μια στιγμή και μόνη
και "όρτσα! μάινα τα πανιά!" φωνάζω στα παιδιά μου.

Στο στρίψιμο του τιμονιού μας σίμωσες... μ' αντάρα,
ο Τούρκος κοντοζύγωνε* η μαύρη μου καμπάρα
αστροπελέκια και φωτιές και κεραυνούς πετούσε,
μα σαν δελφίνι γρήγορα κι εκείνος εγλιστρούσε.
Οι ναύτες μου φωνάζανε: "Τι κάνεις καπετάνο?"
Κι εγώ τους λέω: "Τον Ψαριανό να σώσω κι ας πεθάνω...".

Και σου πετώ τη γούμενα... και δένεις το μπουρλότο...
κάνω τιμόνι δεξιά... το φλογερό το χνώτο
του Τούρκου θα σε βούλιαζε* θυμάσαι? Σου φωνάζω,
"Πρώτος απ' όλους ν' ανεβείς", μα δεν μ' ακούς κι αφήνεις
άλλοι ν' ανεβούν... έσκυψα κι απ' τα μαλλιά σ' αδράζω,
και σ' έσωσα κι εφύγαμε... μα δάκρυα βλέπω χύνεις!...".

"Ματρόζε μου!" δακρύβρεχτος ο Κωνσταντής φωνάζει
και μες στα στήθη τα πλατιά σφιχτά τον αγκαλιάζει.
Κι ενώ οι δύο γίγαντες με τα λευκά κεφάλια
στ' άσπρα τους γένεια δάκρυα κυλούσαν σαν κρυστάλλια,
δυο κορφοβούνια μοιάζανε γεμάτα από το χιόνι,
όταν του ήλιου το φιλί την άνοιξη το λειώνει.


ΟΝΕΙΡΟ ΗΤΑΝ ΤΟ ΕΙΠΕ ΚΑΙ Η ΠΕΘΕΡΑ ΜΟΥ!! ΔΕΝ ΒΓΑΙΝΕΙ


Ξύπνα γυναίκα ξυπνά γρήγορα. Ξύπνια είμαι Νίκο μου, δεν με έχεις αφήσει να κοιμηθώ όλη την νύχτα, στριφογυρίσεις συνέχεια και βάζεις τις φωνές, σε ποιους φωνάζεις τι έχεις; Ένα όνειρο είδα, φέρε μου λίγο νερό και να στο πω .Είδα έναν ασπρομάλλη γέροντα, αλλά το πρόσωπο του δεν μπορούσα να το δω, ήταν σαν λιωμένο σίδερο και ήταν πολύ φωτεινό, και με ρωτούσε και περίμενε και απαντήσεις για πράγματα που δεν ήξερα Άκου λοιπόν τι με ρώτησε και περίπου τι θυμάμαι από ότι είπαμε.

Γιατί έχουν αναβληθεί οι Πλειστηριασμοί για χρέη έως διακοσίων χιλιάδων ευρώ έως τον Ιούνιο ;;;Γιατί;;; Με ρώτησε και απάντησε μόνος του, όταν είδε ότι δεν μιλούσα. Μα φυσικά για να προετοιμαστεί το κλίμα και να γίνουν οι κατάλληλες ενέργειες ώστε να έχουν επιτυχία .Η ΕΙΔΗΣΗ της ημέρας είναι ότι η Εφορία καλεί 590000 χιλιάδες οφειλέτες ληξιπρόθεσμους να περάσουν από το ταμείο ,αν είχαν θα τα είχαν δώσει, από όλους αυτούς, μόνον ένα 7% θα ανταποκριθεί, οι υπόλοιποι αδυνατούν, οπότε θα κάνουν κατασχέσεις ,εν πρώτης ,και στην συνέχεια πλειστηριασμούς, κοράκια και οι υπόλοιποι λεμέδες δεν έχουν τόσα χρήματα να πάρουν τόσα ακίνητα ,οπότε θα είναι υποχρεωμένες να τα πάρουν οι τράπεζες ,και να αποδώσουν στην εφορία και στα ασφαλιστικά ταμεία τα οφειλόμενα .Σε ορισμένες περιπτώσεις αυτό θα είναι εφικτό, σε άλλες θα είναι ανέφικτο διότι δεν θα έχουν μεγάλη αξία τα ακίνητα ,και επειδή πάντα προηγούνται εφορία και ΙΚΑ Τεβε κλπ για να εισπράξουν οι τράπεζες σίγουρα θα χάνουν Όμως έχουν φροντίσει οι γνωρίζοντες μέχρι στιγμής. Έχουν επιδοτηθεί οι Τράπεζες με πάνω από εκατό δισεκατομμύρια ευρώ .Έχουν πάρει λοιπόν προκαταβολικά και κέρδη και ζημίες Όλα καλά όλα ωραία όπως λέει και το τραγούδι, τα μιλήσαμε τα συμφωνήσαμε .ΑΑ ξέχασα να σου πω ότι άκουσα μετά και μια φωνή βαθιά, για τον προνομιακό νόμο της αγροτικής και της εθνικής τράπεζας τον 29 του 1929, και λέει αυτός ο νόμος ότι αν χρωστάς σε αυτές τις τράπεζες [εκτός του υποθηκευμένου] έχουν δικαίωμα να εγγράψουν υποθήκες και σε άλλα ακίνητα που έχεις, και να βρεθείς με το μαχαίρι στο λαιμό, χωρίς να το καταλάβεις και το ενενήντα της εκατό της Ελλάδος έχει πάρε δώσε με αυτές .Έχω τρομάξει ρε γυναίκα τι όνειρο ήταν αυτό!!!!Πετιέται η πεθερά μου που είχε στήσει αυτή από το άλλο δωμάτιο και λέει μην ανησυχείς του Σαββάτου τα όνειρα δεν βγαίνουν ή αν θα βγουν, βγαίνουν μέχρι το μεσημέρι, άντε σήκω να μου πάρεις την πίεση και να με πας στην αδελφή μου, και μετά στην φιλενάδα μου την Φρόσω. Όλη μέρα θα κάθεσαι;