Παρασκευή, 8 Απριλίου 2011

Νικόλαος Καζαντζάκης

Μου δώσατε μια κατάρα, Άγιοι πατέρες, σας δίνω κι εγώ μια ευχή। Σας εύχομαι να΄ναι η συνείδησή σας τόσο καθαρή, όσο είναι η δική μου και να΄στε τόσο ηθικοί και θρήσκοι όσο είμαι εγώ।
Από τα μεγαλύτερα έκτροπα, αναμφίβολα, της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, υπήρξε η λυσσαλέα πολεμική που εξαπέλυσε ενάντια στον Νίκο Καζαντζάκη, ήδη από το 1930, όταν για πρώτη φορά τον μήνυσε και τον δίκασε, μαζί με τον Δημήτρη γληνό, για κάποιο άρθρο τους। Η πράξη όμως της Ιεράς Συνόδου, με την οποία αφόριζε τον βλάσφημο διανοητή, ξεπερνά τα όρια του σκοταδιστικού φαινομένου και περνά στη σφαίρα της πνευματικής εγωπάθειας και αλαζονείας। Οφείλει να τονιστεί πως ο αφορισμός αφορούσε ξεκάθαρα τον ίδιο τον άνθρωπο Νίκο Καζαντζάκη,(όπως αποδεικνύουν τελικά τα γεγονότα που ακολούθησαν το θάνατό του), κι όχι το έργο του, όπως κάποιοι εξουσιαστικοί εκκλησιαστικοί κύκλοι διατείνονται।
Η Ελλαδική Ιεραρχία λοιπόν αφόρισε τον Καζαντζάκη, ο αφορισμός όμως αυτός ποτέ τυπικά δεν ίσχυσε। Κι αυτό, επειδή για την εγκυρότητά του απαιτούνταν η επικύρωση η η συγκατάθεση του Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης, η οποία όμως ποτέ δεν έγινε, μολονότι η Ελληνική Ιερά Σύνοδος υπέβαλε σχετική αίτηση στον πατριάρχη Κωνσταντινούπολης Αθηναγόρα।
Το μένος όμως της ιεραρχίας εναντίον του ανθρώπου αυτού δεν εκτονώνεται με τον αφορισμό του, προχωρά μέχρι το θάνατό του, και ακόμα παραπέρα, 4 Νοεμβρίου 1957। Το νεκρό σώμα του Νίκου Καζαντζάκη φτάνει στην Αθήνα। Ο τότε αρχιεπίσκοπος Αθηνών Θεόκλητος διατάζει να μην επιτραπεί η ταφή του σε κανέναν αθηναικό ναό। Οι συμπατριώτες του Κρητικοί πενθούν στο νησί τους για το θάνατο του αγαπημένου διανοητή και φιλόσοφου।
Τελικά, έπειτα από ντροπιαστικούς αποκλεισμούς της ταφής στην Αθήνα, η σορός του μεταφέρεται στην Κρήτη, στο Μητροπολιτικό ναό του Αγίου Μηνά।Ο μητροπολίτης Κρήτης Ευγένιος δέχεται διαταγές και απειλές της Ιεραρχίας, για να τηρήσει ανάλογη στάση ενάντια στον νεκρό। Αυτός όμως ψάλλει την επιμνημόσυνη δέηση στο ναό, ενώ χιλιάδες Κρητικοί, με παραδοσιακές στολές, τιμούν με την παρουσία τους το θάνατο του εξέχοντος συντοπίτη τους।
Ο φανατισμός όμως δεν έχει τέλος। Η οδύσσεια του νεκρού συνεχίζεται μέχρι και την ώρα του ενταφιασμού του। Μπροστά στο φτωχικό τάφο του, δεν υπάρχει παπάς να τον θάψει। Ο κόσμος που έσπευσε για τον ύστατο χαιρετισμό, πολύς। Αμηχανία, οργή, αντικρουόμενα συναισθήματα। Τελικά, από το πουθενά, εμφανίζεται κάποιος άγνωστος ιερέας και ολοκληρώνει την πολύπαθη ταφή του Νίκου Καζαντζάκη। Ο Αυγουστίνος Καντιώτης,τότε αρχιμανδρίτης στην Κοζάνη, αστράφτει και βροντά για την τελική ταφή του Καζαντζάκη। Παραληρεί για συντέλεια του κόσμου και άλλα παρόμοια। Κι όλα αυτά, για τον άνθρωπο που τυπικά δεν ίσχυσε ποτέ κανένας αφορισμός εναντίον του।
Επιθυμία του ήταν στην πλάκα του τάφου του να γραφεί το εξης:
Δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβάμαι τίποτα। Είμαι ελεύθερος.

Η Αισχρή Δίκη του Κολοκοτρώνη.

Ο Κολοκοτρώνης το 1834, οδηγήθηκε, από τους Βαυαρούς, σε μια από τις πιο κατάπτυστες δίκες του ελληνικού κράτους, (υποκινούμενη από τους Άγγλους), η οποία κατέληξε στην καταδίκη του σε θάνατο।
Προηγήθηκε βέβαια ο εγκλεισμός του στις 6 Σεπτεμβρίου 1833 στο Ιτς- Καλέ, με την κατηγορία ότι ετοίμαζε,(μαζί με τον Δημήτριο Πλαπούτα και άλλους), συνωμοσία με σκοπό την ανατροπή του Όθωνα και την πρόκληση ταραχών και ανασφάλειας στο κράτος। Τις σχετικές φήμες περί συνωμοσίας διέσπειρε με επιμέλεια η αγγλική πρεσβεία, το όλο παιχνίδι παιζόταν μεταξύ των τριών δυνάμεων της εποχής, της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας, για τον έλεγχο της Ελλάδας και οι όποιες κινήσεις εναντίον των αγωνιστών είχαν υποκινητή μια από αυτές।
Στις 10 Μαίου 1834 αναγνώστηκε η απόφαση: Η έγγραφος απόφασις ήτις κατεδίκαζε τον Κολοκοτρώνη και τον Πλαπούταν εις κεφαλική ποινήν δια της λαιμητόμου, εκτελεστέαν εντός 24 ωρών και εντός του Ναυπλίου εις την Πλατεία του Ναυπλίου)।
Τότε ήταν που κάποιος συμπολεμιστής είπε στον Κολοκοτρώνη: Άδικα σε σκοτώνουν στρατηγέ, και ο Κολοκοτρώνης απάντησε με το περίφημο: Καλύτερα να σε σκοτώνουν άδικα, παρά να σε σκοτώνουν δίκαια। Η απόφαση τελικά δεν εκτελεστηκε, γιατί διαφώνησαν με αυτήν ο πρόεδρος του δικαστηρίου Α। Πολυζωίδης και ο δικαστής Γ।Τερτσέτης, ενώ την επόμενη μέρα ο βασιλιάς τους έδωσε χάρη.