Κυριακή, 30 Αυγούστου 2015

Πως η CIA έκανε τον ανθρώπινο νου πουρέ.



ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ ΤΩΝ ΒΑΣΑΝΙΣΤΗΡΙΩΝ  O ΓΟΥΕΝ ΚΑΜΕΡΟΝ, Η CIA ΚΑΙ Η ΜΑΝΙΩΔΗΣ  ΕΠΙΔΙΩΞΗ ΝΑ ΑΠΟΔΟΜΗθΕΙ ΚΑΙ ΝΑ ΑΝΑΠΛΑΣΤΕΙ Ο  ΑΝΘΡΩΠIΝΟΣ ΝΟΥΣ  

 «Ο νους τους μοιάζει με άγραφο χαρτί πάνω στο οποίο  μπορούμε να γράψουμε».  Δρ. Σίριλ Τζ. Κ. Κένεντι και δρ. Ντέιβιντ Άνσελ  για τα πλεονεκτήματα της θεραπείας με ηλεκτροσόκ, 1948  

 «Πήγα στο σφαγείο για να παρατηρήσω την  αποκαλούμενη “ηλεκτρική σφαγή” και είδα ότι έσφιγγαν 
λαβίδες που ήταν συνδεδεμένες με ηλεκτρικό ρεύμα (125  βολτ). Όταν ολοκληρωνόταν το σφίξιμο των λαβίδων, τα  γουρούνια έπεφταν αναίσθητα, με το σώμα άκαμπτο, και  στη συνέχεια συγκλονίζονταν από σπασμούς, όπως τα  σκυλιά που χρησιμοποιούμε στα πειράματά μας. Στο  διάστημα που είχαν χάσει τις αισθήσεις τους (επιληπτικό  τα μηνίγγια των γουρουνιών με μεγάλες μεταλλικές  κώμα) ο σφαγέας μαχαίρωνε τα ζώα χωρίς καμία  Ούγκο Τσερλέτι, ψυχίατρος, περιγράφοντας  πώς «επινόησε» τη θεραπεία με ηλεκτροσόκ, 1954   

Δε μιλάω πια σε δημοσιογράφους», μου λέει μια  φωνή γεμάτη ένταση από την άλλη άκρη της τηλεφωνικής  γραμμής. «Τι θέλεις;»  Σκέφτομαι ότι έχω περίπου είκοσι δευτερόλεπτα στη  διάθεσή μου και ότι δε θα είναι εύκολο. Πώς να εξηγήσω  σιην Γκέιλ Κάστνερ τι θέλω, πώς να της αφηγηθώ εν  συντομία το ταξίδι που με οδήγησε σε αυτή;  Η αλήθεια φαντάζει τόσο παράξενη: «Γράφω ένα βιβλίο  για το σοκ. Για το πώς οι χώρες υφίστανται σοκ: από  πολέμους, τρομοκρατικές επιθέσεις, πραξικοπήματα και  φυσικές καταστροφές. Και σιη συνέχεια πώς υφίστανται  ένα ακόμα σοκ: από εταιρείες και πολιτικούς οι οποίοι  εκμεταλλεύονται το φόβο και τον αποπροσανατολισμό  που προκάλεσε το πρώτο σοκ για να προωθήσουν μια  οικονομική θεραπείασοκ. Αλλά και για το πώς οι άνθρωποι  που αντιστέκονται σε αυτές τις πολιτικές υφίστανται, αν  είναι αναγκαίο, ένα τρίτο σοκ: από αστυνομικούς,  στρατιωτες και ανακριτές. Θέλω να σου μιλήσω επειδή,  κατά τη γνώμη μου, είσαι ανάμεσα στους ανθρώπους που  έχουν υποστεί το πιο ισχυρό σοκ και επιβίωσαν, αφού  είσαι μια από τους ελάχισιες επιζήσαντες των μυστικων  πειραμάτων που έκανε η CIΑ πάνω στα ηλεκτροσόκ και  άλλες “ειδικές ανακριτικές τεχνικές”. Έχω λόγους να  πιστεύω ότι όσα έμαθαν από τα πειράματα που έγιναν  πάνω σου τη δεκαετία του 1950 στο Πανεπιστήμιο  Μακγκίλ τα εφαρμόζουν σήμερα στους κρατούμενους  στον κόλπο του Γκουαντάναμο και στο Άμπου Γκράιμπ».  Όχι, δεν μπορώ να της δώσω αυτή την απάντηση.  Περιορίζομαι, λοιπόν, στο να πω:  «Ταξίδεψα πρόσφατα στο Ιράκ και προσπαθώ να  καταλάβω το ρόλο που παίζουν τα βασανιστήρια που  γίνονται εκεί. Μας είπαν ότι ο σκοπός των βασανιστηρίων  είναι η απόσπαση πληροφοριών, αλλά έχω την αίσθηση  ότι δεν είναι μόνο αυτός. Πιστεύω ότι τα βασανιστήρια  έχουν επίσης σχέση με την προσπάθεια να οικοδομηθεί  ένα νέο μοντέλο διακυβέρνησης, να αποδομηθεί η σκέψη  των ανθρώπων και να αναπλαστεί από το μηδέν».   
Όταν μου απαντάει, έπειτα από μια μακριά παύση, η  φωνή της έχει διαφορετικό τόνο. Παρόλο που δονείται  ακόμα από την ένταση, υπάρχει κάτι σαν ... ανακούφιση;  «Μόλις περιέγραψες τι ακριβώς μου έκαναν η CIΑ και ο  Γιούεν Κάμερον. Προσπάθησαν να με διαλύσουν και να με  ξαναφτιάξουν. Όμως δεν τα κατάφεραν».  Σε λιγότερο από είκοσι τέσσερις ώρες χτυπάω την πόρτα  του διαμερίσματος της Γκέιλ Κάσινερ, σε μια γκρίζα και  παλιά πολυκατοικία του Μόντρεαλ.  «Είναι ανοιχτά», μου απαντάει με φωνή που μόλις  ακούγεται. Η Γκέιλ μου είχε πει ότι θα άφηνε την πόρτα  ξεκλείδωτη, επειδή δυσκολεύεται να στέκεται όρθια: Ο  πόνος από τα μικροσκοπικά κατάγματα σιη σπονδυλική  της στήλη αυξάνεται με τα χρόνια εξαιτίας της αρθρίτιδας.  Ο πόνος στην πλάτη της δεν είναι το μοναδικό ενθύμιο  από τις εξήντα τρεις φορές που εκατόν πενήντα με  διακόσια βολτ ηλεκτρικού ρεύματος διαπέρασαν τους  μετωπιαίους λοβούς του εγκεφάλου της, ενώ οι βίαιες  συσπάσεις του σώματός της πάνω στο τραπέζι  προκαλούσαν κατάγματα, εξαρθρώσεις, αιματώματα και  σπασίματα δοντιών.  
 Η Γκέιλ με χαιρετάει από την μπλε ανατομική πολυθρόνα  της. Αργότερα θα μάθω ότι μπορεί να τη ρυθμίζει σε  είκοσι διαφορετικές θέσεις, και το κάνει ασταμάτητα, σαν  φωτογράφος που προσπαθεί να εστιάσει το φακό της  μηχανής του. Σε αυτή την πολυθρόνα περνάει τις μέρες  και τις νύχτες της, αναζητώντας μια βολική θέση και  προσπαθώντας να μην αποκοιμηθεί, ώστε να αποφύγει  αυτά που ονομάζει «τα ηλεκτρικά όνειρά μου». Τότε είναι  που βλέπει «αυτόν»: τον δρα Γιούεν Κάμερον, τον από  πολλού νεκρό ψυχίατρο που την υπέβαλε στα ηλεκτροσόκ  και σε άλλα βασανιστήρια πριν από πολλά χρόνια.  «Χτες το βράδυ με επισκέφθηκε δύο φορές το Διαπρεπές  Τερας», μου λέει μόλις μπαίνω στο διαμέρισμα. «Δε θέλω  να σε κάνω να αισθανθείς άσχημα, αλλά ήταν εξαιτίας του  τηλεφωνήματός σου από το πουθενά, εξαιτίας όλων αυτών  των ερωτήσεων που μου έκανες».  Συνειδητοποιώ ότι ίσως να μην είναι καλή ιδέα η  παρουσία μου εκεί. Και το αίσθημα αυτό γίνεται πιο  έντονο όταν εξερευνώ με το βλέμμα μου το διαμέρισμα και  αντιλαμβάνομαι ότι δεν υπάρχει κάποιο σημείο για να  καθίσω. Κάθε σπιθαμή του χώρου είναι καλυμμένη από  ετοιμόρροπες στοίβες χαρτιών και βιβλίων,  τοποθετημένων ωστόσο με κάποιου είδους ταξινομικό  σύστημα, όπως υποδηλώνουν τα κίτρινα αυτοκόλλητα  χαρτάκια που προεξέχουν από τα βιβλία. 
Η Γκέιλ μου  υποδεικνύει το μοναδικό ελεύθερο σημείο στο δωμάτιο,  όπου υπάρχει μια ξύλινη καρέκλα που δεν είχα προσέξει.  Όμως πανικοβάλλεται ελαφρώς όταν της λέω ότι  χρειάζομαι λίγο χώρο για το μαγνητοφωνάκι μου. Δεν  υπάρχει περίπτωση να το ακουμπήσω στο τραπεζάκι  δίπλα στην πολυθρόνα της, όπου είκοσι άδεια πακέτα  τσιγάρων Matinee Regular σχηματίζουν μια τέλεια  πυραμίδα. (Η Γκέιλ με είχε προειδοποιήσει στο τηλέφωνο  ότι είναι μανιώδης καπνίστρια: «Λυπάμαι, αλλά καπνίζω.  Επίσης, δεν τρώω υγιεινά. Είμαι χοντρή και καπνίζω.  Ελπίζω να μη σε ενοχλεί».) Τα πακέτα μοιάζουν σαν η  Γκέιλ να έχει βάψει μαύρο το εσωτερικό τους, αλλά,  κοιτώντας πιο προσεκτικά, συνειδητοποιώ ότι είναι  καλυμμένα από πυκνογραμμένα μικροσκοπικά γράμματα:  ονόματα, αριθμούς, χιλιάδες λέξεις.  Όση ώρα μιλάμε, η Γκέιλ σκύβει συχνά για να σημειώσει  κάτι σε ένα κομμάτι χαρτί ή σε ένα πακέτο τσιγάρων «Μια  σημείωση προς τον εαυτό μου, διαφορετικά δε θα το  θυμάμαι», μου εξηγεί. Για εκείνη, τα όσα γράφει σε  κομματάκια χαρτιού και σε πακέτα τσιγάρων είναι κάτι  περισσότερο από ένα ασυνήθιστο σύστημα  αρχειοθέτησης. Είναι η ίδια της η μνήμη.  Σε ολόκληρη την ενήλικη ζωή της το μυαλό της Γκέιλ την  πρόδιδε: Τα γεγονότα εξατμίζονται ακαριαία, οι  αναμνήσεις της (οι ελάχιστες που έχει) μοιάζουν με  διάσπαρτα φωτογραφικά στιγμιότυπα. Μερικές φορές  θυμάται όλες τις λεπτομέρειες ενός συμβάντος  («θραύσματα μνήμης» τα αποκαλεί), αν όμως τη ρωτήσεις  για τη χρονική στιγμή που αυτό έλαβε χώρα, ενδέχεται να  πέσει έξω μέχρι και δύο δεκαετίες. «Το 1968», λέει, για να  σπεύσει αμέσως να διορθώσει τον εαυτό της: «’Οχι, ήταν  το 1983». Για αυτόν ακριβώς το λόγο καταγράφει τα  πάντα, ως μια απόδειξη ότι όντως έζησε. Στην αρχή μού  ζητάει συγνώμη για την ακαταστασία που επικρατεί στο  διαμέρισμά της, όμως αργότερα μου λέει: «Αυτός φταίει!  Αυτό το διαμέρισμα είναι μέρος των βασανιστηρίων!».  Για πολλά χρόνια η Γκέιλ δεν μπορούσε να εξηγήσει την  αδύναμη μνήμη της, καθώς και πολλά άλλα  ιδιοσυγκρασιακά χαρακτηριστικά της. Για παράδειγμα,  δεν ήξερε για ποιο λόγο κυριευόταν από ανεξέλεγκτο  πανικό όταν την τίναζε το ρεύμα του ηλεκτρικού διακόπτη  που άνοιγε την πόρτα του γκαράζ. Ή για ποιο λόγο τα  χέρια της έτρεμαν όταν έβαζε το σεσουάρ στην πρίζα. Το  κυριότερο, δεν μπορούσε να καταλάβει για ποιο λόγο  θυμόταν τα περισσότερα γεγονότα της ενήλικης ζωής της,  αλλά σχεδόν τίποτα από την περίοδο πριν γίνει είκοσι  ετών. ‘Οταν συναντούσε κάποιον που ισχυριζόταν ότι τη  γνώριζε από τα παιδικά της χρόνια, του έλεγε: «Ξέρω  ποιος είσαι, αλλά δεν μπορώ να θυμηθώ από πού ακριβώς  σε γνωρίζω. Προσποιούμαι».   

Η Γκέιλ πίστευε ότι ευθυνόταν η εύθραυστη διανοητική  της υγεία. Από τα είκοσι μέχρι τα τριάντα της αγωνιζόταν  ενάντια στην κατάθλιψη και στην εξάρτησή της από  χάπια, ενώ μερικές φορές οι νευρικοί κλονισμοί της ήταν  τόσο σοβαροί, ώστε να πέφτει σε κώμα και να καταλήγει  στο νοσοκομείο. Τα περιστατικά αυτά είχαν ως συνέπεια  να την αποκηρύξει η οικογένειά της, αφήνοντάς τη τόσο  μόνη και απελπισμένη, ώστε για να επιβιώσει έψαχνε  στους σκουπιδοτενεκέδες έξω από τα παντοπωλεία.  Ωστόσο υπήρχαν ενδείξεις ότι είχε βιώσει ακόμα πιο  τραυματικές εμπειρίες σε νεαρή ηλικία. Προτού η  οικογένειά της διακόψει τις σχέσεις μαζί της, η Γκέιλ και η  δίδυμη αδερφή της είχαν διαπληκτιστεί αρκετές φορές για  τα όσα είχαν συμβεί κατά τη διάρκεια μιας περιόδου που η  κατάστασή της ήταν πολύ άσχημη και η Ζέλντα έπρεπε να  την περιποιείται. «Δεν μπορείς να φαντασιείς τι πέρασα»,  έλεγε η Ζέλντα. «Κατουρούσες στο σαλόνι, βύζαινες τον  αντίχειρά σου, μιλούσες σαν μωρό και απαιτούσες να σου  δώσω το μπιμπερό του γιου μου. Τέτοια πράγματα ήμουν  αναγκασμένη να ανέχομαι!». 
Η Γκέιλ δεν μπορούσε να  βγάλει άκρη από τις επικρίσεις της αδερφής της.  Κατουρούσε πο πάτωμα; Απαιτούσε το μπιμπερό του  ανιψιού της; Δε θυμόταν να έχει κάνει τίποτα από όλα  αυτά τα αλλόκοτα πράγματα.  Κοντά στα πενήντα της η Γκέιλ συνδέθηκε με τον  Τζέικομπ, έναν άντρα τον οποίο περιγράφει ως «αδελφή  ψυχή» της. Ο Τζέικομπ, που πέθανε περίπου μία δεκαετία  πριν, είχε επιβιώσει από το Ολοκαύτωμα και τον  απασχολούσε επίσης το ζήτημα της μνήμης και της  απώλειας. Τον προβλημάτιζε ιδιαίτερα το γεγονός ότι η  Γκέιλ δε θυμόταν τα νεανικά της χρόνια. «Θα πρέπει να  υπάρχει κάποια αιτία», επαναλάμβανε για αυτό το κενό  στη ζωή της Γκέιλ.  Το 1992, καθώς η Γκέιλ και ο Τζέικομπ περνούσαν  μπροστά από τον πάγκο ενός εφημεριδοπώλη, τα μάτια  τους έπεσαν στον ακόλουθο εντυπωσιακό πρωτοσέλιδο  τίτλο: «Πειράματα Πλύσης Εγκεφάλου: Τα Θύματα θα  Αποζημιωθούν». Η Γκέιλ άρχισε να διαβάζει το άρθρο  διαγώνια, με την προσοχή της αιχμαλωτισμένη από  φράσεις όπως «ομιλία σαν μωρού», «απώλεια μνήμης»,  «ακράτεια». «Είπα στον Τζέικομπ: «Αγόρασε αυτή την  εφημερίδα».
 Το ζευγάρι κάθισε σε μια παρακείμενη  καφετέρια και διάβασε μια απίστευτη ιστορία για το πώς  τη δεκαετία του 1950 η Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών  των ΗΠΑ είχε χρηματοδοτήσει ένα γιατρό του Μόντρεαλ  για να πραγματοποιήσει παράξενα πειράματα σε  ανθρώπους με ψυχικές διαταραχές, κρατώντας τους  ναρκωμένους και σε απομόνωση για βδομάδες, ενώ στη  συνέχεια τους υπέβαλλε σε πολλαπλά ηλεκτροσόκ και τους  χορηγούσε διάφορα κοκτέιλ πειραματικών φαρμάκων,  στα οποία συμπεριλαμβάνονταν το ψυχεδελικό LSD και το  παραισθησιογόνο PCP, ευρύτερα γνωστό ως  «αγγελόσκονη». Τα πειράματα αυτά, που ανάγκαζαν τους  ασθενείς να παλινδρομούν σε μια βρεφική, προλεκτική  κατάσταση, είχαν πραγματοποιηθεί στο Ινστιτούτο Άλαν  του Πανεπιστημίου Μακγκίλ υπό την εποπτεία του  διευθυντή του δρα Γιούεν Κάμερον.  Η χρηματοδότηση του Κάμερον από τη CIΑ  αποκαλύφθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1970 χάρη στο  Νόμο για την Ελευθερία της Πληροφόρησης,  πυροδοτώντας έντονες συζητήσεις στη Γερουσία των  ΗΠΑ. Εννέα από τους πρώην ασθενείς του Κάμερον  υπέβαλαν ομαδική αγωγή εναντίον της CIA, αλλά και της  καναδικής κυβέρνησης, που είχε επίσης χρηματοδοτήσει  την έρευνα του Κάμερον. Κατά τη διάρκεια των  παρατεταμένων δικών οι δικηγόροι των ασθενών  είχανυποστηρίξει ότι τα πειράματα παραβίαζαν κάθε  κανόνα ιατρικής δεοντολογίας. Οι ασθενείς είχαν  προσφύγει στον Κάμερον για να ζητήσουν βοήθεια για  ελάσσονες ψυχικές διαταραχές (επιλόχεια κατάθλιψη,  άγχος, συζυγικά προβλήματα) και είχαν χρησιμοποιηθεί,  εν αγνοία τους και χωρίς τη συγκατάθεσή τους, ως  πειραματόζωα για να ικανοποιηθεί η δίψα της CIA για  πληροφορίες σχετικά με τον έλεγχο της σκέψης. Το 1988 η  CIA συμφώνησε να καταβάλει συνολικά 750.000 δολάρια  ως αποζημίωση στους εννέα ενάγοντες (το μεγαλύτερο  μέχρι τότε ποσό που είχε καταβάλει η υπηρεσία για να  επιτύχει ένα διακανονισμό). Τέσσερα χρόνια μετά η  καναδική κυβέρνηση συμφώνησε να πληρώσει 100.000  δολάρια ως αποζημίωση σε κάθε ασθενή που είχε  υποβληθεί στα αειράματα. 
Ο Κάμερον όχι μόνο έχει διαδραματίσει κομβικό ρόλο  στην ανάπτυξη των σύγχρονων τεχνικών βασανισμού στις  ΗΠΑ, αλλά τα πειράματά του μας επιτρέπουν επίσης να  αντιληφθούμε τη βαθύτερη λογική που διέπει τον  καπιταλισμό της καταστροφής. Όπως οι οικονομολόγοι  της ελεύθερης αγοράς είναι πεπεισμένοι ότι μόνο μια  μεγάλης κλίμακας καταστροφή μια μεγάλη διάλυση  μπορεί να προετοιμάσει το έδαφος για τις  «μεταρρυθμίσεις τους, έτσι και ο Κάμερον πίστευε ότι  υποβάλλοντας τον ανθρώπινο εγκέφαλο σε μια σειρά από  σοκ μπορούσε να διαλύσει και να εξαλείψει την  ελαττωματική νόηση, για να οικοδομήσει στη συνέχεια  καινούριες προσωπικότητες εκ του μηδενός, γράφοντας  πάνω σε «λευκή σελίδα». 
Τα προηγούμενα χρόνια η Γκέιλ είχε ακούσει κάποια  πράγματα για την ανάμειξη του Πανεπιστημίου Μακγκίλ  στα πειράματα της CIA, αλλά δεν είχε δώσει ιδιαίτερη  σημασία δεν είχε ποτέ της οποιαδήποτε σχέση με το  Ινστιτούτο Άλαν. Όμως εκείνη τη μέρα του 1992,  καθισμένη δίπλα στον Τζέικομπ, εστίασε την προσοχή της  στα όσα έλεγαν οι πρώην ασθενείς για τη ζωή τους: για  την απώλεια μνήμης, για την παλινδρόμηση.  «Συνειδητοποίησα ότι αυτοί οι άνθρωποι πρέπει να είχαν  περάσει ό,τι είχα περάσει κι εγώ. Είπα στον Τζέικομπ:  “Αυτή πρέπει να είναι η αιτία”».  Στο εργαστήρι του σοκ  Γκέιλ έστειλε μια επιστολή στο Ινστιτούτο Άλαν  ζητώντας τον ιατρικό της φάκελο. Παρόλο που στην αρχή  της απάντησαν ότι δεν είχαν κάποιο φάκελο για εκείνη,  τελικά της τον έδωσαν και τις 138 σελίδες που τον  απάρτιζαν. Ο γιατρός που ις είχε κάνει την εισαγωγή  ονομάζοταν Γιούεν Κάμερον.  Οι επιστολές, οι σημειώσεις και τα σχεδιαγράμματα της  Γκέιλ αποκάλυπταν μια συνταρακτική ιστορία, που έλεγε  πολλά τόσο για τις περιορισμένες επιλογές που υπήρχαν  για ένα δεκαοκτάχρονο κορίτσι στη δεκαετία του 1950 όσο  και για την κατάχρηση εξουσίας από την κυβέρνηση και  τους γιατρούς. Ο φάκελος άρχιζε με την εκτίμηση του δρα  Κάμερον για την Γκέιλ κατά την εισαγωγή της: Σπούδαζε  νοσηλευτική στο Μακγκίλ και ήταν άριστη φοιτήτρια, με  αποτέλεσμα ο Κάμερον να την περιγράφει ως «ένα λογικό  και ισορροπημένο άτομο μέχρι τώρα».

Ωστόσο  διακατεχόταν από έντονο άγχος, το οποίο, όπως σημείωνε  ο Κάμερον, οφειλόταν στον καταπιεστικό πατέρα της,  έναν «έντονα διαταραγμένο» άντρα που ασκούσε  «συστηματικά ψυχολογική βία» στην κόρη του.  Σύμφωνα με τις σημειώσεις των πρώτων ημερών, οι  νοσοκόμες έδειχναν να συμπαθούν την Γκέιλ.  Αισθάνονταν ότι είχαν μια ιδιαίτερη σχέση μαζί της επειδή  σπούδαζε νοσηλευτική και την περιέγραφαν ως  «ευδιάθετη», «κοινωνική» και «πάντα περιποιημενη».  Όμως μέσα στους επόμενους μήνες, στερούμενη τη  φροντίδα των νοσοκόμων, η προσωπικότητα της Γκέιλ  υπέστη μια ριζική μεταμόρφωση, η οποία καταγράφεται  λεπτομερώς στο φάκελο: Έπειτα από μερικές βδομάδες  «άρχισε να επιδεικνύει παιδιάστικη συμπεριφορά, να  εκφράζει αλλόκοτες ιδέες, να υποφέρει από παραισθήσεις  και να γίνεται καταστροφική». Οι σημειώσεις αναφέρουν  ότι αυτή η ευφυής νεαρή γυναίκα μπορούσε πλέον να  μετράει μόνο μέχρι το έξι.
Επιπλέον, είχε γίνει «ιδιαίτερα  χειριστική, εχθρική και πολύ επιθετική», για να καταλήξει  στη συνέχεια παθητική και αδιάφορη, ανίκανη να  αναγνωρίσει ακόμα και τα μέλη της οικογένειάς της. Η  τελική διάγνωση ήταν «σχιζοφρενής [ ... ] με έκδηλα  συμπτώματα υστερίας», μια κατάσταση πολύ πιο σοβαρή  από το «άγχος» από το οποίο διακατεχόταν όταν είχε  εισαχθεί.  Η μεταμόρφωση αυτή είχε, αναμφίβολα, σχέση με τις  θεραπείες στις οποίες υποβλήθηκε και περιγράφονται με  λεπτομέρεια στο φάκελό της: πολύ μεγάλες δόσεις  ινσουλίνης, που προκάλεσαν πολλαπλά κώματα,  παράξενους συνδυασμούς διεγερτικών και κατασταλτικών  ουσιών, μεγάλες περιόδους κατά τη διάρκεια των οποίων  ήταν ναρκωμένη με φάρμακα και οκταπλάσια σε αριθμό  ηλεκτροσόκ από τον τυπικό για εκείνη την εποχή αριθμό.  Στα σχόλιά τους οι νοσοκόμες ανέφεραν συχνά τις  προσπάθειες της Γκέιλ να γλιτώσει από τα χέρια των  γιατρών: «Προσπαθεί να βρει έναν τρόπο να ξε φύγει,  [ ... ] ισχυρίζεται ότι της φέρονται άσχημα, [....] αρνείται  να υποστεί ηλεκτροσπασμοθεραπεία όταν της κάνουν  ένεση».
Τα παράπονα αυτά αντιμετωπίζονταν πάντα ως  ένας λόγος για να την ξαναστείλουν σε αυτό που οι  νεότεροι συνάδελφοι του Κάμερον αποκαλούσαν «το  εργαστήρι του σοκ».  Η αναζήτηση της κενότηταs   φού διάβασε αρκετές φορές τον ιατρικό της  φάκελο, η Γκέιλ Κάστνερ μετατράπηκε σε ένα είδος  αρχαιολόγου της ίδιας της ζωής της, συγκεντρώνοντας και  μελετώντας οτιδήποτε θα μπορούσε να εξηγήσει τι της  είχε συμβεί στο νοσοκομείο. Έμαθε ότι ο Γιούεν Κάμερον,  ένας γεννημένος στη Σκοτία Αμερικανός πολίτης, είχε  φτάσει στο απόγειο της επαγγελματικής του καριέρας,  έχοντας διατελέσει πρόεδρος της Αμερικανικής, της  Καναδικής και της Παγκόσμιας Ψυχιατρικής Ένωσης.
Το  1945 ήταν ένας από τους τρεις Αμερικανούς ψυχιάτρους  που είχαν καταθέσει για την ψυχική υγεία του Ρούντολφ  Ες στη δίκη της Νιρεμβέργης.  Όταν η Γκέιλ άρχισε την έρευνά της, ο Κάμερον είχε  πεθάνει προ καιρού, όμως είχε αφήσει πίσω του δεκάδες  ακαδημαίκές μελέτες και κείμενα διαλέξεων. Επίσης,  είχαν γραφτεί αρκετά βιβλία για τη χρηματοδότηση των  πειραμάτων για τον έλεγχο της σκέψης από τη CIA, στα  οποία υπήρχαν πολλές λεπτομέρειες για τις σχέσεις του  Κάμερον με την υπηρεσία. *
Η Γκέιλ τα διάβασε όλα,  αποδελτιώνοντας τα σχετικά με την περιπέτειά της  αποσπάσματα, φτιάχνοντας χρονολογικούς πίνακες και  διασταυρώνοντας τις ημερομηνίες με εκείνες στον ιατρικό  της φάκελο. Ένα από τα πρώτα πράγματα που  συνειδητοποίησε ήταν ότι στις αρχές της δεκαετίας του  1950 ο Κάμερον είχε απορρίψει την κλασική φροϊδική  τεχνική της «θεραπείας μέσω του λόγου» προκειμένου να  αποκαλυφθούν οι «βαθύτερες αιτίες» της ψυχικής  διαταραχής των ασθενών. Εκείνος δε φιλοδοξούσε να  βελτιώσει ή να αποκαταστήσει την υγεία των ασθενών  του, αλλά να τους αναπλάσει χρησιμοποιώντας μια μέθοδο  που είχε επινοήσει και την οποία ονόμαζε «ψυχική  καθοδήγηση».
Σύμφωνα με τις μελέτες του που είχαν δημοσιευτεί εκείνη  την εποχή, ο Κάμερον πίστευε ότι ο μοναδικός τρόπος για  να διδάξει στους ασθενείς τους νέες, υγιείς συμπεριφορές  ήταν να διεισδύσει στο μυαλό τους και να «σπάσει τα  παλιά, παθολογικά νοητικά σχήματα», Το πρώτο βήμα  ήταν η «αποδομηση», η διάλυση των υπαρχόντων  γνωστικών σχημάτων, η οποία απέβλεπε σε έναν  εντυπωσιακό στόχο: να οδηγήσει τον ανθρώπινο νου σε  μια κατάσταση «ωσπερ εν γραμματεία ώ μηθεν ένυπάρχει  έντελεχεία γεγραμμένον»,* όπως έχει γράψει ο  Αριστοτέλης, να τον μετατρέψει σε tαbulα rαsα. Ο  Κάμερον πίστευε ότι μπορούσε να επιτύχει αυτή την  κατάσταση αν εξαπέλυε συστηματική επίθεση στον  ανθρώπινο εγκέφαλο με οτιδήποτε παρεμποδίζει τη  φυσιολογική λειτουργία του με όλες τις μεθόδους  ταυτόχρονα. Επρόκειτο για μια πολεμική επιχείρηση  τύπου «Σοκ και Δεος» εναντίον της νόησης. 
Στα τέλη της δεκαετίας του 1940 ολοένα και περισσότεροι  ψυχίατροι στην Ευρώπη και στη Βόρεια Αμερική  χρησιμοποιούσαν το ηλεκτροσόκ ως μέθοδο θεραπείας.  Είχε παρατηρηθεί ότι προκαλούσε λιγότερο μόνιμες  βλάβες από τη λοβοτομή και έμοιαζε να βοηθάει: Οι  υστερικοί ασθενείς φαίνονταν να ηρεμούν και, σε μερικές  περιπτώσεις, να αποκτούν μεγαλύτερη διαύγεια. Όμως  όλα αυτά βασίζονταν μόνο στην παρατήρηση, ενώ ακόμα  και οι γιατροί που είχαν αναπτύξει την τεχνική δεν  μπορούσαν να δώσουν μια επιστημονική εξήγηση για το  πώς ακριβώς λειτουργούσε.  Ωστόσο όλοι γνώριζαν τις παρενέργειες που είχε.
Κανείς  δεν αμφισβητούσε ότι η ηλεκτροσπασμοθεραπεία  μπορούσε να προκαλέσει αμνησία ήταν, με μεγάλη  διαφορά, το πιο συνηθισμένο παράπονο όσων  υποβάλλονταν σε αυτή. Στενά συνδεδεμένη με την  απώλεια της μνήμης, η άλλη συνήθης παρενέργεια ήταν η  παλινδρόμηση. Σε δεκάδες κλινικές μελέτες γιατροί  επεσήμαιναν ότι αμέσως μετά τη θεραπεία οι ασθενείς  πιπίλιζαν τους αντίχειρές τους, κουλουριάζονταν στη  στάση του εμβρύου, χρειάζονταν να τους ταϊζουν με  κουτάλι και έκλαιγαν ζητώντας τη μητέρα τους  (εκλαμβάνοντας συχνά τους γιατρούς και τις νοσοκόμες  ως γονείς τους).  Οι συμπεριφορές αυτές ήταν συνήθως παροδικές, όμως σε  περιπτώσεις που είχαν γίνει πολλά ηλεκτροσόκ οι γιατροί  ανέφεραν ότι οι ασθενείς παλινδρομούσαν ολοκληρωτικά,  σε σημείο ώστε να έχουν ξεχάσει πώς να βαδίζουν και να  μιλάνε.
Η Μέριλιν Ράις, οικονομολόγος που στα μέσα της  δεκαετίας του 1970 ηγήθηκε ενός κινήματος για τα  δικαιώματα των ασθενών και εναντίον της  ηλεκτροσπασμοθεραπείας, έχει περιγράψει παραστατικά  πώς είναι να διαγράφονται εξαιτίας της θεραπείας με  ηλεκτροσόκ η μνήμη και ένα μεγάλο μέρος της  εκπαίδευσής σου. «Γνωρίζω πια πώς πρέπει να  αισθανόταν η Εύα, καθώς δημιουργήθηκε ενήλικη από το  πλευρό του Αδάμ, χωρίς κανένα παρελθόν. Αισθάνομαι  κενή σαν την Εύα».*
Για τη Ράις και άλλους, αυτό το αίσθημα κενότητας είναι  μια αναντικατάστατη απώλεια. Αντίθετα, ο Κάμερον  κοιτούσε αυτό το κενό και έβλεπε κάτι άλλο: μια άγραφη  σελίδα, απαλλαγμένη από κακές συνήθειες, στην οποία  μπορούσαν να εγγραφούν νέα πρότυπα. Για αυτόν, η  «μαζική απώλεια όλων των αναμνήσεων» την οποία  προκαλούσε η εντατική ηλεκτροσπασμοθεραπεία δεν ήταν  μια ατυχής παρενέργεια, αλλά η ουσία της θεραπείας, το  κλειδί για να ωθηθεί ο ασθενής σε ένα προγενέστερο  στάδιο ανάπτυξης, «πολύ πριν εμφανιστεί ο  σχιζοφρενικός τρόπος σκέψης και συμπεριφοράς.
Όπως  τα «γεράκια του πολέμου» απαιτούν μαζικούς  βομβαρδισμούς χωρών ώστε να ξαναγυρίσουν στη «λίθινη  εποχή», έτσι και ο Κάμερον είδε τη θεραπεία με  ηλεκτροσόκ ως ένα μέσο για να εξωθήσει τους ασθενείς  του πίσω στη νηπιακή ηλικία, να τους προκαλέσει  ολοκληρωτική παλινδρόμηση.  Το 1962 περιέγραψε σε ένα άρθρο του την κατάσταση  στην οποία ήθελε να οδηγήσει ασθενείς όπως η Γκέιλ  Κάστνερ: «Δεν παρατηρείται απώλεια μόνο της εικόνας  του χωροχρόνου, αλλά και κάθε αισθήματος που θα  έπρεπε να νιώθει. Στη διάρκεια αυτού του σταδίου ο  ασθενής ενδέχεται να εκδηλώσει και μια ποικιλία άλλων  συμπτωμάτων, όπως η απώλεια της ικανότητας ομιλίας  μιας δεύτερης γλώσσας ή της επίγνωσης της συζυγικής του  κατάστασης. Σε πιο προχωρημένες μορφές, ενδέχεται να  μην μπορεί να βαδίζει και να τρέφεται χωρίς βοήθεια, ενώ  ίσως επιδείξει ακράτεια ούρων και κοπράνων. [ ... ] Όλες  οι πτυχές της λειτουργίας της μνήμης του διαταράσσονται  σοβαρά». 
________________________________________  ___________  * Ακόμα και σήμερα που η ηλεκτροσπασμοθεραπεία είναι  πλέον μια αποδεκτή και συχνά αποτελεσματική θεραπεία  για τις ψυχώσεις, καθώς έχουν γίνει πάρα πολλές  βελτιώσεις και υπάρχουν διαδικασίες που εγγυώνται την  ασφάλεια και την άνεση των ασθενών, εξακολουθεί να  υφίσταται ως παρενέργεια η προσωρινή απώλεια της  βραχυπρόθεσμης μνήμης. Επιπλέον, μερικοί ασθενείς  ισχυρίζονται ότι επηρεάζεται και η μακροπρόθεσμη μνήμη  τους. (Σ.τ.Σ.)  ________________________________________  ___________

Για να επιτύχει την «αποδομηοη» της προσωπικότητας  των ασθενών του, ο Κάμερον χρησιμοποιούσε μια σχετικά  καινούρια συσκευή, η οποία ονομαζόταν «συσκευή  ΠέιτζΡάσελ» και μπορούσε να προκαλέσει μέχρι έξι  διαδοχικά ηλεκτροσόκ αντί για ένα μόνο. Απογοητευμένος  από το γεγονός ότι οι ασθενείς του έδειχναν να  γαντζώνονται απελπισμένα από τα υπολείμματα της  προσωπικότητάς τους, τους αποπροσανατόλιζε ακόμα  περισσότερο με διεγερτικές, κατασταλτικές και  παραισθησιογόνες ουσίες: χλωροπρομαζίνη,  βαρβιτουρικά, αμοβαρβιτάλη (Amytal), νιτρώδες οξείδιο,  δεξτρομεθαμφεταμίνη (Desoxyn), σεκοβαρβιτάλη  (Seconal), πεντοβαρβιτάλη (Nembutal), βερονάλη  (Veronal), θοραζίνη (Thorazine) και ινσουλίνη.

Το 1956 ο  Κάμερον έγραψε σε ένα άρθρο του ότι τα φάρμακα αυτά  «προκαλούν απώλεια των αναστολών [στον ασθενή], με  αποτέλεσμα να μειώνονται οι άμυνές του».  Όταν είχε επιτευχθεί «πλήρης αποδόμηση» και είχε  καταλυθεί σε ικανοποιητικό βαθμό η προηγούμενη  προσωπικότητα του ασθενούς, μπορούσε να αρχίσει η  ψυχική καθοδήγηση. Αυτή συνίστατο στο να υποχρεώνει ο  Κάμερον τους ασθενείς του να ακούνε ηχογραφημένα  μηνύματα όπως «Είσαι καλή μητέρα και σύζυγος και οι  άνθρωποι απολαμβάνουν τη συντροφιά σου».
Καθώς ο  Κάμερον ήταν συμπεριφοριστής, πίστευε ότι, αν οι  ασθενείς του προσλάμβαναν τα ηχογραφημένα μηνύματα,  θα άρχιζαν να συμπεριφέρονται διαφορετικά.  Οι ασθενείς, σχεδόν σε κατάσταση φυτού εξαιτίας των  ηλεκτροσόκ και των φαρμάκων, ήταν υποχρεωμένοι να  ακούνε τα μηνύματα για δεκαέξι με είκοσι ώρες  καθημερινά επί βδομάδες. Σε μια περίπτωση, μάλιστα, ο  Κάμερον εξανάγκασε έναν ασθενή να ακούει συνέχεια τα  μηνύματα για εκατόν μία μέρες.*  Στα μέσα της δεκαετίας του 1950 αρκετοί ερευνητές της  CIΑ άρχισαν να ενδιαφέρονται για τις μεθόδους του  Κάμερον.
Καθώς η υστερία του Ψυχρού Πολέμου είχε  μόλις αρχίσει, η υπηρεσία εγκαινίασε ένα απόρρητο  ερευνητικό πρόγραμμα για «ειδικες ανακριτικές  τεχνικες». Ένα αποχαρακτηρισμένο μνημόνιο της CIA  εξηγεί ότι το πρόγραμμα «εξέταζε και ερευνούσε  πολυάριθμες ασυνήθιστες τεχνικές ανάκρισης,  συμπεριλαμβανομένων της ψυχολογικής βίας και μεθόδων  όπως η “απόλυτη απομόνωση”, αλλά και η  “χρησιμοποίηση φαρμάκων και χημικών ουσιών”». Η  αρχική κωδική ονομασία του προγράμματος ήταν «Σχέδιο  Γαλάζιο Πουλί» (Project Bluebird), στη συνέχεια  ονομάστηκε «Σχέδιο Αγκινάρα» (Project Artichoke),  ώσπου τελικά το 1953 του δόθηκε η ονομασία «MKUltra».  Στη διάρκεια της επόμενης δεκαετίας στο πλαίσιο του  «MKUltra» δαπανήθηκαν 25 εκατομμύρια δολάρια σε  έρευνες για να βρεθούν νέοι τρόποι να «σπάνε» οι  κρατούμενοι για τους οποίους υπήρχαν υποψίες ότι ήταν  κομουνιστές και διπλοί πράκτορες. Ογδόντα ιδρύματα  συμμετείχαν στο πρόγραμμα, συμπεριλαμβανομένων σαράντα τεσσάρων πανεπιστημίων και δώδεκα νοσοκομείων. 


Απόσπασμα από το βιβλίο Το Δόγμα του ΣΟΚ της Naomi Klein 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ρίξε και εσύ μια αλήθεια ή ένα ψέμα ή κι ακόμα άλλη μιά αοριστία..