Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2015

Βασίλης Λάσκος: ένας, ακόμα, ξεχασμένος ήρωας



O Βασίλης Λάσκος, Αντιπλοίαρχος του Πολεμικού Ναυτικού (τότε Βασιλικού Ναυτικού) και τελευταίος κυβερνήτης του υποβρυχίου «Κατσώνης», υπήρξε ήρωας του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Βίος
Αποφοίτησε από την Σχολή Ναυτικών Δοκίμων το 1919. Στην συνέχεια υπηρέτησε σε διάφορα
πλοία
επιφανείας και Υπηρεσίες Ξηράς και γύρω στα 1930 μετατέθηκε στα Υποβρύχια. Αρχικά, υπηρέτησε (εκπαιδευόμενος) ως απλός αξιωματικός και κατόπιν ανέλαβε ύπαρχος στο ΒΠ Υ/Β «Κατσώνης» και το 1933 ανέλαβε κυβερνήτης του ΒΠ Υ/Β «Γλαύκου».

Λίγο πριν το κίνημα του 1935 απομακρύνθηκε
ως Βενιζελικός. Συμμετείχε στο κίνημα ως κυβερνήτης του «Νηρέα» και μαζί με όλο το στόλο κατέληξε στην Σούδα. Μετά την αποτυχία του κινήματος του 1935 επιβιβάστηκε μαζί με τον Βενιζέλο στο Θ/Κ «Αβέρωφ» και μέσω Δωδεκανήσων κατέφυγε στην Ιταλία. Καταδικάστηκε από το Ναυτοδικείο για την συμμετοχή του στο κίνημα και αποτάχθηκε από το Ναυτικό. Αργότερα, όταν δόθηκε αμνηστία, επέστρεψε στην Ελλάδα όπου έκανε διάφορες δουλειές και τελικά ανέλαβε πλοίαρχος σε εμπορικά πλοία. Το 1940 το πλοίο «Ιωάννα», το οποίο κυβερνούσε, βυθίστηκε από γερμανικό υποβρύχιο ανοιχτά της Ισπανίας.

Με την κήρυξη του Ελληνοϊταλικού πολέμου επέστρεψε στην Ελλάδα και ανέλαβε πλοίαρχος σε μεταγωγικά. Μετά την Γερμανική εισβολή διέφυγε στη Μέση Ανατολή, όπου επανεντάχθηκε στο Ναυτικό και με δική του επιμονή ανέλαβε Κυβερνήτης του παμπάλαιου «Κατσώνη». Μόλις τελείωσε η επισκευή του υποβρυχίου, ο «Κατσώνης» βυθίστηκε αλλά χάρη στο πείσμα και στην επιμονή του Λάσκου ανελκύσθηκε, επισκευάστηκε και εκσυγχρονίσθηκε από τους Άγγλους. Στην συνέχεια ο «Κατσώνης» ανέλαβε αποστολές στα Ελληνικά νερά όπου χαρη στις παράτολμες ενέργειες του Λάσκου είχε σημαντικές επιτυχίες. Στις 14/9/1943, κατά τη διάρκεια αναζήτησης εχθρικής νηοπομπής, ενεπλάκη με γερμανικό καταδιωκτικό υποβρυχίων (UJ -2101) και μετά από δίωρη καταδίωξη εξαναγκάσθηκε σε ανάδυση και εξόρμηση δια πυροβόλου. Μετά από σφοδρή ανταλλαγή πυρών εμβολίστηκε από το διώκτη του, με αποτέλεσμα να βυθιστεί σε στίγμα Φ 39° 20,5΄Β και Λ 023° 23΄Α (βόρεια της νήσου Σκιάθου).
 Βιβλιογραφία
διαβάστε το ιστορικό μυθιστόρημα του  Μ. Καραγάτση: “Βασίλης Λάσκος” (Μυθιστορηματική Βιογραφία), Εκδόσεις της Εστίας, Αθήνα, 1η έκδοση, 1948 / 5η έκδοση, 1996 πηγή
Β. για τον Βασίλη Λάσκο συνέχεια…
…από εκδήλωση που έγινε στο πνευματικό πολιτιστικό κέντρο Δήμου Ελευσίνας το 2000, ο αείμνηστος Ναύαρχος Κωνσταντίνος Παΐζης-Παραδέλης, τότε Πρόεδρος του ΝΜΕ, εκφώνησε λόγο αναφερόμενο στο Υ/Β “Λ. ΚΑΤΣΩΝΗΣ“ και τον Βασ. Λάσκο. http://sasmyngr.wordpress.com/
ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΟΥ ΝΑΥΤΙΚΟΥ ΜΟΥΣΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ ΝΑΥΑΡΧΟΥ ε.α. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΠΑΪΖΗ
Υ/Β Λ. Κατσώνης και ο Βασίλης Λάσκος
[...]Το υποβρύχιο   Λάμπρος   Κατσώνης  ήταν ένα από   τα   6   υποβρύχια   τα   οποία παραγγέλθηκαν στην Γαλλία το 1925 κι ήταν 2 τύπων: το Κατσώνης και Παπανικολής τα μικρότερα 300- 460 τόνων   και τα Γλαύκος, Πρωτεύς, Νηρεύς και Τρίτων τα μεγαλύτερα 410-550 τόνων. Τα Υ/Β αυτά με την έναρξη του πολέμου ήταν ήδη γερασμένα
[...]Ο Βασίλης ο Λάσκος ήταν τότε απότακτος, αλλά όπως θα δούμε στη συνέχεια έζησε κι αυτός τη δική του πολεμική περιπέτεια. Ο Β. Λάσκος γεννήθηκε στην Ελευσίνα στις 17 Αυγούστου του 1899 και ήταν το τέταρτο παιδί και ο τρίτος γιος του Επαμεινώνδα και της Μαριγώς το γένος Κανάκη.

[...]Ο Βασίλης υπήρξε ο ζωηρός της οικογένειας, θα μπορούσα να πω πολύ ζωηρός, πάντα ήταν πρώτος στις καζούρες, στις  σκανταλιές  και  τους καυγάδες,  του  άρεσε  να  μάχεται  και να  νικά,   ήταν θαρραλέος και τολμηρός, μερικές φορές παράτολμος, ήταν όμως ντόμπρος Αρβανίτης και   αναλάμβανε  τις  ευθύνες  του.

[...]Τον δεύτερο αδελφό του τον Αγησίλαο  τον  θαύμαζε  μολονότι   ήταν διαφορετικοί χαρακτήρες και είναι φυσικό να τον ακολουθήσει και να καταταγεί κι αυτός στη Σχολή  Ναυτικών Δοκίμων τον Οκτώβριο του  1915.

[...]Η μεγάλη παγκόσμια σύρραξη είχε ήδη αρχίσει με αφορμή που δόθηκε από μια δολοφονία, μέσα σε μια Βαλκανική πόλη το Σεράγεβο.

[...]Η Ελλάδα ήταν και προσπαθούσε να παραμείνει ουδέτερη.

[...] Οι  απόψεις  ήταν  διχασμένες. Ο Κωνσταντίνος ευνοούσε την ουδετερότητα, ο Βενιζέλος διέβλεπε τη νίκη της ΑΝΤΑΝΤ και ήθελε η Ελλάδα να μπει στον πόλεμο συμμαχώντας με την Αγγλία και τη Γαλλία. Σ’ αυτό το περιβάλλον φοίτησαν. οι δυο Λάσκοι στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων και ο Αγησίλαος αποφοίτησε το 1918 ενώ ο Βασίλης τον Οκτώβριο του 1920 σε ηλικία 21 έτους. Ο Βασίλης αρχικώς ήταν βασιλικός επηρεασμένος κι από τον Αγησίλαο, αργότερα όμως τάχθηκε προς την πλευρά των Βενιζελικών. Ο χαρακτήρας του που δεν ταίριαζε με τα τζάκια και τις κοινωνικές διακρίσεις που έβλεπε σε ορισμένους βασιλικούς. Ήταν από τη φύση του απλός και λαϊκός. Είχε μεγάλα πλεονεκτήματα και προσόντα, αλλά και μεγάλες αδυναμίες. Αδυναμίες είχε στις γυναίκες, αλλά και άλλη αδυναμία του ήταν να βλαστημάει.  Βλασφημούσε πολύ και ιδιαίτερα τον Σταυρό κάτι που έκανε θεριό την κυρά Μαριγώ η οποία του έλεγε πάντα θυμωμένη: «μη βλασφημάς το Σταυρό Βασίλη, φωτιά θα ρίξει ο Σταυρός και θα σε κάψει». Μια κουβέντα που αποδείχτηκε όπως θα δούμε στη συνέχεια προφητική.

[...]Μία οικογενειακή δυστυχία συγκλόνισε το Βασίλη Λάσκο, στις 22 Δεκεμβρίου του 1921 σε ένα ατύχημα που έγινε από έκρηξη βόμβας βάθους στο αντιτορπιλικό Λέων στον Πειραιά, σκοτώνεται ο αδελφός του Αγησίλαος, νέος ανθυποπλοίαρχος, πριν προλάβει καν να σταδιοδρομήσει.

[...]Το  1922 τον βρίσκει ανθυποπλοίαρχο στο ΑΣΠΙΣ κατά τα γεγονότα του Σεπτεμβρίου του 22 και το κίνημα του Πλαστήρα, ο Λάσκος προσχωρεί στο κίνημα ευρισκόμενος στον Πειραιά και αποπλέει αφήνοντας τον Κυβερνήτη του στην ξηρά, προκειμένου   να   συναντήσει  τον  επαναστατημένο   στόλο   στον  Κάβο   Ντόρο.   Η επαναστατική σταδιοδρομία του Β. Λάσκου αρχίζει.

[...]Το διάστημα από  1922 μέχρι το 1935 ήταν μια περίοδος  όπου οι στρατιωτικοί έπαιξαν ενεργό ρόλο στη διαμόρφωση των πολιτικών πραγμάτων στην Ελλάδα, είτε διαμορφώνοντας δικτατορίες, είτε χρησιμοποιούμενος από τα κόμματα για την κατάληψη της Αρχής. Ο Λάσκος πέφτει σε δυσμένεια. Τοποθετείται προϊστάμενος αποθήκης 50 αχρήστων τορπιλών οι οποίες από χρόνια δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν λόγω τεχνικού προβλήματος εδώ φάνηκε το. Αρβανίτικο  πείσμα του  Λάσκου,  έβαλε  σκοπό να  διορθώσει τις τορπίλες αυτές και τελικά τα κατάφερε. Για το θέμα αυτό δέχτηκε τα συγχαρητήρια του Υπουργού Ναυτικών και σαν ανταμοιβή στάλθηκε στην Αγγλία για να εποπτεύσει στην κατασκευή 50 νέων τορπιλών που είχαν παραγγελθεί.

[...]Γυρίζοντας στην Ελλάδα αποφάσισε να πάει στα Υποβρύχια. Το 1930 ήταν στην ηλικία των 32 ετών, αλλά σαν ημέτερος το εμπόδιο αυτό το ξεπέρασαν και τοποθετήθηκε στον ΚΑΤΣΩΝΗ σαν τρίτος αξιωματικός με όμοιο βαθμό του κυβερνήτη με τον συμμαθητή του Παπαγιάννη.

[...]Σε λίγα χρόνια το 1933 τοποθετείται Κυβερνήτης του ΓΛΑΥΚΟΥ προαγόμενος σε Πλωτάρχη

[...]Μετά τις αποτυχημένες εκλογές του 33 οι Βενιζελικοί άρχιζαν να σχεδιάζουν πως θα πάρουν την εξουσία, με ένα στρατιωτικό πραξικόπημα. Ο Λάσκος δεν πίστεψε ποτέ στην αναγκαιότητα αυτού του κινήματος και δεν θέλησε να προσχωρήσει παρά τις πιέσεις που του έγιναν. Δέχτηκε μόνο όταν του είπανε ότι φοβόταν. Τα αποτελέσματα του κινήματος της 1-3-1935 είναι γνωστά, ο Βασίλης Λάσκος κατάφερε να καταλάβει την βάση Υ/Β και το Ναύσταθμο και βοήθησε τα πλοία να παραλάβουν τα πυρομαχικά τους και να φύγουν όχι και τόσο ανενόχλητα διότι τους βομβάρδιζε από το Κερατσίνι μια κυβερνητική πυροβολαρχία.

[...]Ο υπόλοιπος στόλος, όταν απέτυχε το κίνημα στην ξηρά αναγκάστηκε να επιστρέψει αφού οι πρωταγωνιστές αποβιβάστηκαν στα Ιταλοκρατούμενα Δωδεκάνησα και προωθήθηκαν ως εξόριστοι στην Ιταλία. Ο Λάσκος αναγκαστικά τους ακολούθησε, το Ναυτοδικείο τον καταδίκασε δυο φορές σε θάνατο και καθαίρεση. Στην Ιταλία ήταν πιστεύω η πιο οδυνηρή και δύσκολη περίοδος της ζωής του. Στους κινηματίες δόθηκε χάρη τον επόμενο χρόνο και έτσι μπόρεσαν να επιστρέψουν στην Ελλάδα. Μετά από μια περίοδο ανεργίας του εμπιστεύθηκαν τη δημιουργία και την οργάνωση ενός εργοστασίου στην Ελευσίνα και τα κατάφερε περίφημα

[...]Τον Ιούνιο του ’39 είχαν αρχίσει οι διωγμοί των Εβραίων στη Γερμανία, οι κυνηγημένοι αυτοί άνθρωποι έφευγαν με κάθε τρόπο, οι περισσότεροι με κατεύθυνση την Παλαιστίνη που ήταν υπό Αγγλική κατοχή, η οποία όμως δεν τους δεχόταν έπρεπε λοιπόν να αποβιβασθούν κρυφά, αυτό λοιπόν το αναλάμβαναν διάφοροι επιτήδειοι εφοπλιστές έναντι αδράς αμοιβής. Σ’ ένα τέτοιο καράβι το ΣΑΛΟΜΕΑ έβαλαν το Λάσκο για καπετάνιο για μια τέτοια αποστολή με 700 Εβραίους, η αποστολή πέτυχε και ο Λάσκος επέστρεψε γεμάτος χρήματα.

Το 1939 ξεσπάει ο πόλεμος, ο Λάσκος βλέπει να βρίσκεται έξω από το Ναυτικό που αγαπούσε. Βρίσκει δουλειά, σαν καπετάνιος, στο φορτηγό ΙΩΑΝΝΑ. Στην Αλεξάνδρεια φορτώνει για Αγγλία, αλλά στον Ατλαντικό 180 μίλια από το Βίγκο την 1-7-1940 αναχαιτίζεται από ένα Γερμανικό Υ/Β το οποίο μετά από προειδοποίηση για να εγκαταλείψουν το πλοίο, τότε τους προειδοποιούσαν, το ΙΩΑΝΝΑ βυθίζεται με κανονιοβολισμούς. Ο Λάσκος και το πλήρωμά του μετά από τρεις μέρες παραμονής στις βάρκες διασώζονται από Πορτογαλικό αλιευτικό που τους αποβιβάζει στο Βίγκο, από εκεί πήγε στη Λισσαβόνα , απ’ όπου με 500 άλλους ναυτεργάτες, όλοι πλοίων που είχαν βυθιστεί, επιβιβάστηκε στο φορτηγό ΑΤΤΙΚΗ κι έφτασε μετά από περιπέτειες στην Ελλάδα.

[...]Η 28 Οκτωβρίου 1940 βρίσκει το Λάσκο έτοιμο να μπαρκάρει. Αμέσως επιστρατεύεται και τον τοποθετούν αρχηγό ομάδος Μεταγωγικών. Η είσοδος των Γερμανών τον βρίσκει πάλι εκτός Ναυτικού.  Μια απόπειρα να φύγει με τα πλοία επιφανείας δεν έγινε δεκτή. Ο Λάσκος ζει με ένα και μόνο όνειρο να φύγει για τη Μέση Ανατολή, να του δοθεί η ευκαιρία να πολεμήσει κι αυτός όπως οι άλλοι συνάδελφοι του. Η πρώτη απόπειρα απέτυχε, οι Τούρκοι τον γύρισαν πίσω στη Χίο όπου κρύφτηκε σε μια κλινική για αρκετό καιρό μασκαρεμένος σε νοσοκόμο. Η δεύτερη απόπειρα πέτυχε κι έφτασε στη Μέση Ανατολή την άνοιξη του 1942.

[...]Επιθυμία του Λάσκου ήταν να γυρίσει πίσω στα Υ/Β είχε όμως δύο μεγάλα μειονεκτήματα: πρώτον ήταν μεγάλος στην ηλικία 43 ετών και αντιπλοίαρχος, δεύτερον η οκτάχρονη απομάκρυνση του από το Ναυτικό του στέρησε πολύτιμη εμπειρίας οποία δεν μπορούσε εύκολα να αντικατασταθεί. Είχε όμως από την άλλη πλευρά δυο σοβαρούς υποστηρικτές, δυο πατριώτες Αρβανίτες το Ναύαρχο Αλέξανδρο Σακελλαρίου και τον πλοίαρχο Παναγιώτη Κώνστα, οι οποίοι του έδωσαν την κυβέρνηση του ΚΑΤΣΩΝΗΣ. Ήταν το Υ/Β με τα μεγαλύτερα τεχνικά προβλήματα και η επισκευή του ΚΑΤΣΩΝΗΣ στο Πόρτ-Σουδάν κράτησε πάνω από 7 μήνες και όταν τελείωσε ήρθε το Υ/Β στο Πόρτ, – Σαΐντ για δεξαμηνισμό. Εκεί ο ΚΑΤΣΩΝΗΣ δεμένος στο μώλο, άρχισε να βουλιάζει από κάποιο ανθρώπινο λάθος και- σε λίγο εξαφανίστηκε στο βυθό του λιμανιού.. Ο Λάσκος για μια στιγμή λύγισε, γρήγορα όμως συνήλθε και με προσπάθεια έπεισε τους Άγγλους να το ανελκύσουν. Σε μερικούς μήνες το Υ/Β ήταν έτοιμο.

[...]Αναχώρησε για την πρώτη του πολεμική περιπολία στις 24 Μαρτίου 1943. Αποστολή του ήταν περιπολία στο Ν. Αιγαίο και αποβίβαση κομάντος στη Λακωνία, μετά συναντά 3 καΐκια. Κανονικά θα έπρεπε να τα. βυθίσει, αυτές ήταν οι εντολές, ο Λάσκος όμως τους άφησε; δεν μπορούσε να βουλιάξει τα ιστιοφόρα αυτά που μετέφεραν τρόφιμα στη πεινασμένη πρωτεύουσα. Την ίδια μέρα συναντά κι άλλο ένα ιστιοφόρο, ο ένας ναύτης του πληρώματος προθυμοποιήθηκε, να του δώσει πληροφορίες για τις κινήσεις του Γερμανικού περιπολικού στο Γύθειο, και ζήτησε να επιβιβαστεί στο Υ/Β. Ο Λάσκος τον δέχτηκε. Του έδωσαν το παρατσούκλι το λάφυρο. Με τις πληροφορίες του νεαρού αυτού ναυτικού φτάνουν στο λιμάνι του Γυθείου. Ο ΚΑΤΣΩΝΗΣ προχωρεί παράτολμα και ρίχνει τις τορπίλες του σχεδόν έξω από το λιμάνι το αποτέλεσμα ήταν σύμφωνα με το Βρετανικό ανακοινωθέν, που έλεγε: «συμμαχικόν Υ/Β την 2α Απριλίου έβαλε, τορπίλας εναντίον πλοίου του άξονος εις Γύθειον το οποίον έφερε τορπίλας και βόμβας βυθού. Αι τορπιλαι εξερράγησαν στο κρηπίδωμα και ανατίναξαν δύο πλοιάρια με πυρομαχικά, ή δυναμις της εκρήξεως προκάλεσε την βύθιση του εχθρικού πλοίου και επί του κρηπιδώματος φόνον 20 Ιταλών αξιωματικών και στρατιωτών». Η επόμενη περιπολία τόΰ ΚΑΤΣΩΝΗΣ άρχισε την lη  Ιουλίου στη περιοχή του Νοτιοανατολικού Αιγαίου. Σ’ αυτήν ο Λάσκος προσπάθησε να βυθίσει με ανάλογο τρόπο Ιταλικό φορτηγό που ήταν αγκυροβολημένο μέσα στο λιμάνι του Καρλόβασι της Σάμου.                                 [...]Η επιχείρηση ήταν τολμηρή παρά το άτυχο αποτέλεσμα και ο Λάσκος δέχτηκε τα συγχαρητήρια του Υπουργού Ναυτικών. Η τελευταία περιπολία του ΚΑΤΣΩΝΗΣ αρχίζει την 5η Σεπτεμβρίου 1943. Αποστολή ήταν περιπολία στο Β. Αιγαίο και αποβίβασις ομάδος κομάντος.

[...] Τα τεχνικά προβλήματα άρχισαν σχεδόν αμέσως, ο Γέρο ΚΑΤΣΩΝΗΣ είχε πια αρχίσει να δείχνει την “ηλικία” του. Το σπουδαιότερο ήταν η αχρήστευση του ενός κινητήρα και έτσι η περιπολία με το πείσμα του Λάσκου συνεχίστηκε με ένα μόνο   κινητήρα Το μόνο χαρούμενο γεγονός ήταν το κρυπτογραφικό σήμα που έλαβαν στις 8 Σεπτεμβρίου που, τους ανήγγελλε την συνθηκολόγηση της Ιταλίας, στις 11 Σεπτεμβρίου αποβιβάζει τους Έλληνες κομάντος, στην Εύβοια χωρίς πρόβλημα. Στις 12 Σεπτεμβρίου εντοπίζουν δυο καΐκια απ’ αυτούς μαθαίνουν ότι εκείνες τις μέρες θα έφευγε από τη Θεσσαλονίκη για τον Πειραιά ένα επιταγμένο Γαλλικά επιβατηγό το ΣΙΜΦΡΑ με Γερμανούς στρατιώτες αδειούχους. Την νύχτα 13 προς 14 Σεπτεμβρίου ο ΚΑΤΣΩΝΗΣ αφού φόρτωσε τις μπαταρίες του καταδύθηκε και άρχισε να περιπολεί ανάμεσα σε Πήλιο και Σκιάθο περιμένοντας το ΣΙΜΦΡΑ. Ενώ σκοτείνιαζε εντοπίζει ακόμα ένα καΐκι, ο Λάσκος αποφασίζει να πάρει και πάλι πληροφορίες κι ενώ μιλούσαν, φάνηκε καπνός από τον βορρά, δεν υπήρχε καμιά αμφιβολία σε όλους ότι ήταν το ΣΙΜΦΡΑ. Μόλις νύχτωσε το Υ/ Β αναδύθηκε, γέμισε το πυροβόλο του και κατευθύνθηκε προς το υποτιθέμενο ΣΙΜΦΡΑ. Σε λίγο παίρνουν από το Γερμανικό πλοίο οπτικά σήματα αναγνώρισης, ο Λάσκος διατάζει ταχεία κατάδυση.

Το   πλοίο   δεν   ήταν   το   ΣΙΜΦΡΑ   αλλά   ένα   εξοπλισμένο   Γερμανικό

ανθυποβρυχιακό, πριν προλάβουν να εκτιμήσουν την κατάσταση δέχονται την πρώτη δέσμη βομβών βάθους, τα φώτα σβήνουν ανάβει ο βοηθητικός φωτισμός αμέσως ακολουθεί η δεύτερη και τρίτη δέσμη βομβών. Το Υ/Β υφίσταται σοβαρές βλάβες, η πρυμναία κάθοδος του πυργίσκου υποχωρεί και η θάλασσα άρχισε να μπαίνει με ορμή από τα ανοίγματα, τα μηχανήματα του Υ/Β έπαψαν να- λειτουργούν και το πλοίο άρχισε να βυθίζεται. Τότε ο κυβερνήτης διατάζει ανάδυση και εξοπλισμό , πυροβόλων. Ο Λάσκος θεώρησε ότι ο αγώνας του δεν μπορούσε να τελειώσει έτσι., χωρίς να κάνει ακόμα μία έστω και απελπισμένη προσπάθεια. Η πρώτη βολή ήταν του ΚΑΤΣΩΝΗΣ οι  Γερμανοί ξαφνιάζονται  αλλά  συνέρχονται και  αρχίζουν να χρησιμοποιούν κι εκείνοι τα πυροβόλα τους η ομοχειρία του πυροβόλου αφανίστηκε, οι γεμιστές σκοτώθηκαν, ποιος θα γεμίσει; μόλις το βλέπει ο Λάσκος δίνει ένα σάλτο από τη γέφυρα και γεμίζει ο ίδιος, το πυροβόλο ρίχνει και ξαναρίχνει κι εκεί όπως ήταν σωματώδης και χωρίς προφύλαξη τον βρίσκει ένα βλήμα και τον ρίχνει νεκρό πάνω στο αγαπημένο του Υ/Β κοντά στο πυροβόλο του.

0 Λάσκος πέθανε πολεμώντας όπως ακριβώς το επιθυμούσε, δεν ήταν ο τύπος που θα μπορούσε ποτέ να πεθάνει στο κρεβάτι. Σε λίγο το Υ/Β, ανήμερα του Σταυρού, σημαδιακή μέρα για τον Λάσκο, βυθίζεται μετά από εμβολισμό του Γερμανικού Υ/Β με απώλειες εκτός από τον κυβερνήτη τους: υποπλοίαρχο Μυκώνιο, ανθυποπλοίαρχο Τρουπάκη και τους σημαιοφόρους Λαμπρινούδη και Ξένο. Aπό το πλήρωμα απωλέσθηκαν 27 υπαξιωματικοί και ναύτες μεταξύ των οποίων και το λάφυρο, 17 συνελήφθησαν αιχμάλωτοι μεταξύ των οποίων και οι Άγγλοι σύνδεσμοι, ενώ τρεις, ο πλωτάρχης Τσουκαλάς, οι υπαξιωματικοί Τσίγκρος και Αντωνίου μετά από προσπάθεια, κολυμπώντας επί 8 με 9 ώρες, κατόρθωσαν να φτάσουν στην πλησιέστερη ακτή, Τσουκαλάς και Τσίγκρος στη Σκιάθο και ο Αντωνίου στο Πήλιο. Αυτό ήταν το τέλος του ΚΑΤΣΩΝΗΣ.

[...]Ποιος όμως ήταν στην πραγματικότητα ο Βασίλης Λάσκος;

Ο Καραγάτσης στο ομώνυμο έργο του μας δίνει μια γλαφυρή εικόνα του χαρακτήρα του. Στην Υπηρεσία του ήταν πάντα καλός, μπορούμε να πούμε και άριστος χωρίς να δείχνει φαινόμενα μεγαλοφυΐας, το παράτολμο θάρρος του τον έκανε πολύτιμο σε ορισμένες θέσεις, όπως η διακυβέρνηση των Υ/Β, ήταν αξιωματικός της ριψοκίνδυνης αποστολής που μέγιστη ανάγκη της επιτυχίας προϋποθέτει κάθε θυσία. Ήταν ένας γίγαντας αγαθός και επίφοβος διψασμένος πάντοτε για την ηδονή της ζωής. Δεν ζήλεψε ποτέ, ούτε φθόνησε, ούτε υπέσκαψε κανένα, ήταν ντόμπρος και μπεσαλής η μεγάλη και τίμια καρδιά του τον έκανε αγαπητό σε όλους τους συναδέλφους του, τον λάτρευαν οι υφιστάμενοι του, είχε την ικανότητα να επικοινωνεί μαζί τους και να τους κερδίζει.

Για μας τους νεότερους ο Βασίλης Λάσκος αποτέλεσε ένα πραγματικά φωτεινό. Παράδειγμα αξιωματικού, τον είχαμε πάντα σαν υπόδειγμα λεβέντη αξιωματικού και ήρωα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ρίξε και εσύ μια αλήθεια ή ένα ψέμα ή κι ακόμα άλλη μιά αοριστία..