Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2016

Χριστουγεννιάτικες ιστορίες: Ο ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΚΗΣ


Αληθινές ιστορίες που σας μεταφέρονται από εμάς. 
Τον Δεκέμβρη του 1945 μας ήρθε στην γειτονιά ο ανιψιός της κυρά Νίτσας , μιας παράξενης χήρας συριανής που εισόδημα της ήταν μια πολύ μικρή συνταξούλα που έπαιρνε από τον συχωρεμένο τον άνδρα της .Το όνομα αυτού,
Παναγιωτάκης. Πεντάρφανος και βάρος για την θεία του, που αν της περίσσευε καμία δραχμή έτρεχε στον φαρμακοποιό να της φτιάξει καμία αλοιφή για τα αρθριτικά της , υποχρέωνε τον μικρό να βγει από την καμαρούλα που έμεναν τέρμα
Σαχτούρη στον άγιο Βασίλη πρωί πρωί, φωνάζοντας μόλις έκλεινε την πόρτα ,<<Τι μου το στείλανε το μούλικο αφού εγώ δεν έχω ούτε για τα φάρμακα μου>> Που τον έχανες που τον έβρισκες ,ο Παναγιωτακης ήταν πάντα μεταξύ μπακάλη και φούρναρη, εκεί στο τέρμα του τραμ 17, να κουβαλήσει καμία τσάντα και να κάνει θελήματα, μπας και του δώσουν κάτι να χορτάσει την πείνα του .Τα ίδια ρουχαλάκια χειμώνα καλοκαίρι . Όταν ήρθε η ούντρα (Αμερικανική βοήθεια) σαν πιο μεγάλος εγώ και δουλεύοντας στο λιμάνι γέμισα μια τσάντα με ρούχα και του την έδωσα. Ποτέ δεν ξέχασα το βλέμμα του όταν σήκωσε το κεφαλάκι του και με κοίταξε, ήταν όλα τα ευχαριστώ του κόσμου. Μετά από δυο μήνες μπάρκαρα .Ξαναήρθα στην Ελλάδα, μέτα από τριάντα χρόνια, είχα κάνει μεγάλη προκοπή στην Αμερική και είχα δυο αγόρια .Η γυναίκα μου όταν είδε την Φρεαττύδα και το Πασαλιμάνι μου είπε, <<Μακάρι να μέναμε εδώ>> το είπε και το έκανα. Μετά ένα χρόνο γύρισαμε για τα καλά .Τα παιδιά μου έρχονται κάθε καλοκαίρι. Κάνοντας την καθημερινή μου βόλτα μου στην αγορά, βλέπω τον Παναγιωτάκη. Δεν μπορούσε να κρύψει την χαρά του και εγώ βέβαια χάρηκα ,και καθίσαμε να πιούμε ένα καφέ και να τα πούμε ,είχε κάνει οικογένεια και προσπαθούσε να τα φέρει βόλτα, χωρίς να το σκεφτώ του έδωσα ένα ποσόν που είχα επάνω μου και του είπα ότι κάθε 15 ημέρες να βρισκόμαστε στο ίδιο σημείο. Αυτό συνεχίστηκε πολύ καιρό και κάθε φορά που του έδινα ένα φάκελο το χαιρόμουν, γιατί γνώριζα την φτώχεια του και την αγωνία του να αναστήσει τα παιδιά του. Ένα απόγευμα σε ένα κουρείο στο δημοτικό θέατρο ήταν ο Παναγιώτης και ξυριζόταν. Στην επομένη συνάντηση τον έθιξα γι’ αυτό το γεγονός, που χαλούσε χρήματα για ξύρισμα. Η απάντηση του όμως , με άφησε άφωνο και με έναν κόμπο στον λαιμό, για πάρα πολύ καιρό.<< Κύριε Νίκο κανένας άνθρωπος εκτός από την μητέρα μου δεν με έχει χαϊδέψει και όταν μου είπαν ότι το παιδί μου χρειάζεται εγχείριση στο μάτι ήρθα να ξυριστώ . Είχα ανάγκη το χάδι.>>

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ρίξε και εσύ μια αλήθεια ή ένα ψέμα ή κι ακόμα άλλη μιά αοριστία..