Σάββατο, 16 Σεπτεμβρίου 2017

«Το δικό της φεγγάρι» – Μία οικογένεια που πήρε την απόφαση να φύγει από Ελλάδα



Βγήκε από τη μεγάλη γυάλινη πόρτα του εστιατορίου «Αττικα» που έκλεισε πίσω της τρίζοντας. Ηταν οκτώ η ώρα, είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει και η πόλη γέμιζε με άτακτες μαύρες πινελιές. Κούμπωσε βιαστικά το μακρύ μπουφάν, φόρεσε τον κόκκινο
σκούφο και τυλίχτηκε με το μάλλινο κασκόλ προσπαθώντας να κρατηθεί ζεστή.

Ο παγωμένος αέρας της έκοψε την ανάσα. Η βροχή έπεφτε με δύναμη πάνω της, κάθε σταγόνα τής πλήγωνε το πρόσωπο σαν τσίμπημα καρφίτσας. Τουρτούριζε. Δεν είχε ομπρέλα. Το ίδιο λάθος πάλι. Δεν είχε μάθει ακόμη ότι σε αυτήν την πόλη ο καιρός τρελαίνεται από τη μία στιγμή στην άλλη. Φεύγεις με ήλιο και γυρνάς σπίτι βρεγμένος ώς το κόκκαλο.

Προχώρησε στο φαρδύ πεζοδρόμιο. Δίπλα της, ο 31ος δρόμος, που η μεταλλική γέφυρα του υπέργειου τρένου τον σκέπαζε σε όλο το φάρδος του. Οσο έφτανε το μάτι της, άσφαλτος και σκουριασμένο μέταλλο. Και κάθε τόσο ακουγόταν ο ήχος του τρένου που περνούσε από πάνω. Ενας εκκωφαντικός μεταλλικός ήχος, τόσο δυνατός που καθιστούσε οποιονδήποτε άλλον ήχο ανύπαρκτο. Η απόλυτη σιωπή μέσα στον απόλυτο θόρυβο.

Αρχισε να κατευθύνεται προς το σταθμό του μετρό. Περπατούσε όσο γρήγορα της επέτρεπαν το κρύο και η βαριά τσάντα που κουβαλούσε. Να είναι καλά η κυρία Αννα, το αφεντικό της, που τη γέμισε πάλι με φαγητά και γλυκά για τον γιο της.
Η κ. Σταυρούλα Τσούτσα.

«Μη στεναχωριέσαι κορίτσι μου, όλοι εδώ έχουμε περάσει τα ίδια, θα τον βρεις κάποια στιγμή το δρόμο σου», της είχε πει, όταν την είδε να μαζεύει και να πλένει τα τελευταία πιάτα με το κορμί να γέρνει από την κούραση και τα μάτια της βουρκωμένα.

Πώς να μη στεναχωριέται; Της έλειπε ο τόπος της, της έλειπαν οι δικοί της, η δουλειά της, το σπίτι της. Κι εκεί, σε άλλη πόλη, σε άλλη χώρα, σε άλλη ήπειρο είχε ξεκινήσει από το μηδέν. Δεν είχαν κανέναν δικό τους. Τρεις άνθρωποι πάλευαν μόνοι τους εδώ και τέσσερις μήνες στη Νέα Υόρκη. Τέσσερις δύσκολους, σκληρούς μήνες.

Οταν ο άντρας της έχασε για τρίτη συνεχόμενη φορά τη δουλειά του στην Αθήνα, γιατί έκλεισε η επιχείρηση που δούλευε, απελπίστηκαν. Τα χρέη αυξάνονταν όπως και οι καθημερινές τους ανάγκες. Πάλευε να τα βγάλουν πέρα μόνο με τη δική της δουλειά, όμως με την κρίση όλα πήγαιναν από το κακό στο χειρότερο.

Κόπηκαν οι ώρες της στο φροντιστήριο, σταμάτησαν και οι γονείς να πληρώνουν ιδιαίτερα μαθήματα για τα παιδιά τους. Ετσι, έφτασαν στο σημείο να μην μπορούν να πληρώσουν τους λογαριασμούς τους. Ο άντρας της έψαχνε απεγνωσμένα για οποιαδήποτε δουλειά.

Εκείνο το μεσημέρι, τον Απρίλιο πριν φύγουν, είχε αφήσει τον μικρό στη μαμά της και γύριζε στο σπίτι. Ενιωθε το στομάχι της σφιγμένο από την αγωνία. Ο Νίκος είχε πάει το πρωί σε συνέντευξη για δουλειά. Δεν της είχε πει τι ήταν, θα της το έκανε έκπληξη. Είδε το αυτοκίνητό του μπροστά στο σπίτι, ανέβηκε γρήγορα τις σκάλες και τον φώναξε λαχανιασμένη ανοίγοντας την πόρτα.

– Νίκο; Πού είσαι;

Δεν της απάντησε. Ακουσε θόρυβο από το γραφείο του. Κι ύστερα πάλι ησυχία. Προχώρησε ανήσυχη, άνοιξε την πόρτα και έμεινε να τον κοιτάζει σαν χαμένη. Εκείνος με πρόσωπο κόκκινο, με μάτια θολά και χείλη σφιγμένα, έσκιζε με μανία κάτι. Χάρτινες πεταλούδες χόρευαν στον αέρα και σωριάζονταν άψυχες μπροστά του.

– Φύγε Σοφία! Ασε με.

Επιασε και σήκωσε ένα σκισμένο χαρτί από το πάτωμα. Ηταν το πτυχίο του.

– Τι κάνεις εκεί; Γιατί; του είπε και του έπιασε το μπράτσο, πριν εκείνος αρπάξει και κομματιάσει το επόμενο χαρτί με τα χρυσά γράμματα.

– Τα σκίζω. Δεν μου επιτρέπουν να δουλέψω. Είναι πολλά τα προσόντα που έχω, μου είπαν, για τη θέση γραφείου.

Τον αγκάλιασε, τον έσφιξε πάνω της κι άρχισε να τον χαϊδεύει, χωρίς να μιλάει. Οταν τον ένιωσε να χαλαρώνει, όταν ακούμπησε το κεφάλι του στον ώμο της, του ψιθύρισε όσο πιο γλυκά μπορούσε.

– Εμείς να είμαστε καλά, αγάπη μου. Θα βρεθεί κάτι καλύτερο.

Τότε ήταν που συνάντησαν τη θεία Δήμητρα, την ξαδέρφη της μάνας της. Τους ξεσήκωσε με όσα τους είπε για την Αμερική.

– Να έρθετε, τους είχε πει. Δουλειές υπάρχουν παντού, ευκαιρίες τυχαίνουν συνέχεια, όσοι είναι καλοί στη δουλειά τους και εργατικοί πετυχαίνουν. Τόσοι και τόσοι έκαναν χρήματα από το τίποτα.

– Μα δεν έχουμε χαρτιά, θεία. Πώς θα βρούμε σπίτι και δουλειά;

– Ολοι αυτοί που ζουν στην Αμερική νομίζεις πώς έχουν χαρτιά; Μην ανησυχείτε, ελάτε εσείς και όλα θα γίνουν με τη σειρά τους. Για το σπίτι μη σας νοιάζει, εγώ θα το κανονίσω. Και όσο για δουλειές, τόσα πτυχία έχετε, σίγουρα θα βρείτε. Θα βοηθήσουν και τα παιδιά μου.

Το σκέφτηκαν, το συζήτησαν και πήραν την απόφαση να φύγουν από την Ελλάδα.

Ετσι βρέθηκαν εδώ, στα σαράντα πέντε τους μετανάστες, με ένα μικρό δεκάχρονο παιδί, σε μια πόλη που εκείνη την είχε δει μόνο σε ταινίες, και σε φωτογραφίες. Οταν ήταν φοιτήτρια, της είχαν κάνει δώρο μια αφίσα της νυχτερινής Νέας Υόρκης.

Σε πρώτο φόντο, ο ποταμός Χάντσον, ήρεμος και σκοτεινός να λαμπυρίζει από τα χρυσαφιά φώτα της παραλίας. Πίσω του στο Μανχάταν, ουρανοξύστες επιβλητικοί έλαμπαν από τα φωτισμένα παράθυρα, σα να τους είχαν πασπαλίσει με ασημόσκονη και ύψωναν το λεπτό, κομψό τους παράστημα στον μαύρο νυχτερινό ουρανό, τρυπώντας τα σύννεφα με τις κεραίες τους.

Και στο βάθος, ένα τεράστιο κατακόκκινο φεγγάρι να κάνει την σκηνή μαγική, εξωπραγματική. Μαύρο, ασημένιο, χρυσό και κόκκινο. Πόση ομορφιά, θεέ μου, πόση λάμψη! Ετσι την είχε στο μυαλό της τη Νέα Υόρκη.

Εστριψε στη Λεωφόρο Broadway. Η βροχή όλο και αγρίευε. Πλήθος κόσμου στο δρόμο, προσπαθούσε να κρυφτεί κάτω από αδιάβροχα και ομπρέλες, για να προστατευτεί. Τα νερά έτρεχαν ορμητικά δίπλα στα πεζοδρόμια και οι σχάρες των αποχετεύσεων ξερνούσαν λασπόνερα και σάπια φύλλα.

Ο ήχος της βροχής, καθώς χτυπούσε με δύναμη τα μεγάλα σιδερένια καπάκια των υπογείων, συνέθετε το δικό της μεταλλικό τραγούδι. Οι σειρήνες των περιπολικών, που δεν σταματούσαν ποτέ να στριγγλίζουν, της δημιουργούσαν ένα σφίξιμο στο στήθος, κάτι ακαθόριστα μακάβριο. Τα σπίτια, γκρίζοι και καφέ τετράγωνοι όγκοι σε διάφορα ύψη, κολλητά το ένα στο άλλο, έστεκαν στριμωγμένα όπως ο κόσμος τις ώρες αιχμής στο τρένο.

Ολοι στοιβαγμένοι σε ένα βαγόνι, οι περισσότεροι όρθιοι, να χάνουν την ισορροπία τους με τα απότομα φρεναρίσματα του οδηγού, να πνίγονται από τις οσμές των άλλων που δεν ήταν πάντα και οι πιο ευχάριστες.

Ανοιξε το βήμα της, το μπουφάν της έσταζε νερό. Μπροστά της ένας άστεγος τυλιγμένος με νάιλον σακούλες απορριμμάτων έσπρωχνε ένα καροτσάκι του σουπερμάρκετ γεμάτο με τα λιγοστά υπάρχοντά του. Με το σώμα γερτό από το βάρος της ζωής στο δρόμο, πήγαινε αργά σαν να μην τον ένοιαζε η βροχή. Ενιωσε θλίψη για όλες αυτές τις ψυχές που συναντούσε κάθε μέρα στο δρόμο, στα τρένα, στα πάρκα.

Πόσο εύκολο είναι άραγε να τα χάσεις όλα, να βρεθείς μόνος στο δρόμο; Σε αυτήν την πόλη έμοιαζε πολύ εύκολο. Πώς αλλιώς μπορούσε να εξηγήσει το θέαμα του γέρου που πριν λίγες μέρες τουρτούριζε με ένα σκισμένο πουκάμισο στο χιόνι και με το χάος ζωγραφισμένο στο πρόσωπο, σα να μην καταλάβαινε τι του συμβαίνει;

’Η τον υπέρβαρο, άστεγο νεαρό που κάθε μέρα τον έβλεπε να ξαπλώνει στο πεζοδρόμιο έξω από το σταθμό στη Steinway με το ίδιο πάντα κόκκινο μπουφάν και την απάθεια γαντζωμένη στα μεγάλα καστανά του μάτια;

’Η όλους αυτούς που συναντούσε τις νύχτες στα βαγόνια των τρένων, να κάθονται στο πίσω μέρος, με το σώμα γερμένο μπροστά και το κεφάλι κρυμμένο σε μεγάλες κουκούλες να ακουμπάει στα γόνατα.

Δίπλα τους τεράστιες πλαστικές σακούλες με τα απομεινάρια της ζωής τους, έχασκαν ανοιχτές. Ακίνητα, άψυχα σχεδόν σώματα που δεν μπορείς να πεις με ακρίβεια αν ζουν ή αν έχουν πεθάνει.

Οι περισσότεροι βέβαια είναι ζωντανοί νεκροί, άνθρωποι φαντάσματα που αιωρούνται σιωπηλά σε μία πόλη που σφύζει από ζωή και που κανείς δε δίνει δεκάρα για την ύπαρξή τους. Γυρνάνε να τους κοιτάξουν μόνο, αν τύχει να τους χτυπήσει τη μύτη η βρώμα από τις ακαθαρσίες τους, που πολλές φορές είναι για μέρες κολλημένες στα παντελόνια τους.

Οταν παρατηρούσε τον κόσμο γύρω της, αυτόν τον κόσμο, η δική της δυστυχία εξαφανιζόταν σαν μπαλόνι που ξεφεύγει από τα χέρια και υψώνεται χρωματιστό ψηλά στον ουρανό. Τις άλλες ώρες όμως, γύριζε απρόσκλητη, και την χτυπούσε δυνατά στο στομάχι σα γροθιά. Τη χτυπούσε απανωτά, μέχρι που την διέλυε και την έριχνε στο χώμα να παλεύει με καυτά δάκρυα και σκληρά παγωμένα διλήμματα.

Δεν την άντεχε άλλο τη ζωή τους εκεί. Εκείνη δούλευε από το πρωί μέχρι το βράδυ για ψίχουλα που εξανεμίζονταν στις αρχές σχεδόν του μήνα στην προσπάθεια να καλυφθούν έξοδα και υποχρεώσεις.

Ο Νίκος έψαχνε απεγνωσμένα για δουλειά που θα μπορούσε να τους δώσει κάποια περισσότερα χρήματα, αλλά δεν έβρισκε τίποτα. Δούλευε μεροκάματο κάποιες μέρες την εβδομάδα στις οικοδομές που έχτιζε ο ξάδερφος, ο γιος της θείας παίρνοντας σαν αμοιβή ελάχιστα χρήματα. Προχθές, είχε επιτέλους πάρει την απόφαση να του μιλήσει.

– Ξάδερφε, του είπε. Ξέρεις πόσο εκτιμώ όσα έχετε κάνει για εμάς. Ομως δουλεύω από το πρωί μέχρι το βράδυ και το μεροκάματο δεν φτάνει πουθενά. Με δυσκολία τα βγάζουμε πέρα.

– Ακου να σου πω ξάδερφε, και πολλά σου πέφτουν. Ξεχνάς ότι δεν έχεις χαρτιά;

– Μα και άλλοι εργάτες, δεν έχουν… τόλμησε να πει αλλά ο ξάδερφος τον έκοψε θυμωμένος.

– Το ξέρεις ότι παίζουμε το κεφάλι μας κάθε μέρα για την πάρτη σου; Ξέρεις τι πρόστιμο θα πληρώσω έτσι και με πιάσουν;

Δεν συνέχισε την κουβέντα. Δεν είχε νόημα.

– Ασε που σου νοικιάσαμε και το σπίτι σε τιμή ξεφτίλα, συνέχισε θιγμένος ο ξάδερφος.

Το σπίτι ήταν το υπόγειο σε ένα από τα κτίρια της θείας. Για χρόνια, οι συγγενείς το είχαν για αποθήκη. Κάποτε, αποφάσισαν να το εκμεταλλευτούν οικονομικά. Με ξύλινα χωρίσματα έφτιαξαν δύο δωμάτια, χωρίς παράθυρα, σαν κλουβιά, που έβλεπαν μπροστά σε ένα μακρύ και στενό χολ, που έφτανε ώς το λεβητοστάσιο.

Και επειδή μάλλον τους κόστισε παραπάνω απ’ όσο υπολόγιζαν δεν έβαλαν πουθενά πόρτες. Μόνο μια συρόμενη στο μπάνιο. Το πάτωμα ήταν από γκρίζο τσιμέντο που δεν καθάριζε με τίποτα, και στο ταβάνι υπήρχαν άπειροι σωλήνες που μπλέκονταν ο ένας με τον άλλον, σαν τα έντερα ενός τεράστιου μεταλλικού τέρατος.

Κουζίνα δεν υπήρχε, μόνο ένας παλιός βρώμικος πορσελάνινος νιπτήρας. Στο χολ υπήρχε ένα παλιό ξύλινο τραπέζι, για να τρώνε, με θέα στο βάθος τον καυστήρα του γκαζιού που θέρμαινε την οικοδομή, ο οποίος κάθε τόσο έκανε ένα χαρακτηριστικό θόρυβο και έβγαζε μία πύρινη φλόγα πίσω από το προστατευτικό γυαλί, σαν αλουμινένιος δράκος που δεν τους άφηνε να τον πλησιάσουν. Πού και πού είχε διαρροή γκαζιού. Ευτυχώς, μόλις το έλεγαν στην θεία, φρόντιζε να το διορθώσει.

Στα δύο μικρά παράθυρα του μπροστινού τοίχου, που ήταν τοποθετημένα ψηλά και που είχαν θέα στο δρόμο, η θεία είχε βάλει δύο παλιά κάδρα, για να μην τους βλέπουν οι περαστικοί, αν τύχαινε να κοιτάξουν χαμηλά. Το ένα ήταν μία διαφήμιση τσιγάρων της δεκαετίας του ’60.

Το άλλο ήταν μια παλιά αφίσα της Εναστρης νύχτας του Βαν Γκονγκ. Ενας σκούρος μπλε ουρανός με άστρα και στην άκρη ένα μεγάλο κατακίτρινο φεγγάρι. Ενα φεγγάρι ζωγραφισμένο με έντονες πινελιές, ένα φεγγάρι τρελό σε έναν ουρανό που ζαλίζει. Τον μόνο ουρανό που μπορούσαν να δουν από το παράθυρο. Το μόνο φεγγάρι.

Εφτασε στο σταθμό του τρένου στη Steinway. Κατέβηκε τα σιδερένια σκαλιά, πέρασε την κάρτα της στο μηχάνημα, άνοιξαν οι μπάρες και προχώρησε στο εσωτερικό του σταθμού. Μια βαριά μυρωδιά από μούχλα, εμετό και ούρα την έπνιξε. Εκλεισε το στόμα και τη μύτη της με το χέρι της και προχώρησε όσο πιο γρήγορα μπορούσε στο σημείο που έφτανε το τρένο της. Περίμενε προς τη μεριά του τοίχου προσέχοντας να μην ακουμπήσει πουθενά.

Τα βρώμικα πλακάκια που κάποτε ήταν άσπρα, είχαν λεκέδες από χυμένους καφέδες, λάσπες και αίμα. Μπροστά της ένας έφηβος με σγουρά μαύρα μαλλιά και φαρδιά ρούχα τραγουδούσε παράφωνα φορώντας τα ακουστικά του, μια παρέα μικρόσωμων ανδρών με λερωμένα από μπογιά ρούχα μιλούσαν σε μια γλώσσα που δεν καταλάβαινε, ενώ ένα κινεζάκι φώναζε κάτι στη μαμά του δείχνοντας τις γραμμές του τρένου.

Κοίταξε προς τα εκεί που έδειχνε το παιδί και είδε δύο τεράστιους γκρίζους ποντικούς να παίζουν κυνηγητό ακροβατώντας πάνω στις σιδερένιες ράγες. Αηδία. Την έπνιξε η αηδία. Η ίδια αηδία που ένιωθε την φορά που έμπαινε στο σπίτι τους.

Το τρένο έφτασε. Μπήκε μέσα και κάθισε κοντά στην πόρτα. Παρατηρούσε τον κόσμο γύρω της και κάθε φορά την εντυπωσίαζε πώς τόσοι πολλοί διαφορετικοί λαοί μπορούσαν να βρίσκονται στο ίδιο βαγόνι. Ολη η Γη σε μικρογραφία, σε ένα βαγόνι, σε ένα τρένο, σε μια πόλη. Της άρεσε να κοιτάει τον κόσμο γύρω της και να προσπαθεί να μαντέψει τις σκέψεις τους.

Βέβαια τις περισσότερες φορές δεν ήταν καθόλου δύσκολο, καθώς η μεγάλη πλειοψηφία των συνταξιδιωτών της ήταν βυθισμένοι στα κινητά τους. Αλλοι έπαιζαν παιχνίδια, άλλοι χάζευαν στο Facebook, κάποιοι διάβαζαν.

«Ετσι θα γίνει και το δικό μου παιδί;», αναρωτιόταν. Μια μέρα είχε μετρήσει δύο σε ένα ολόκληρο βαγόνι που δεν είχαν το κινητό στα χέρια τους. Η μία ήταν εκείνη και η άλλη ήταν μια όμορφη μεγαλόσωμη μαύρη που έπλεκε ένα κασκόλ με χοντρό τουρκουάζ νήμα.

Κατέβηκε στη στάση της, στην 71η οδό. Κοίταξε το ρολόι της. Η ώρα είχε πάει 9:30. Ο μικρός θα κοιμήθηκε, σκέφτηκε λυπημένη που πάλι δεν τον πρόλαβε ξύπνιο. Ανέβηκε τη σκάλα, βγήκε έξω από το σταθμό και κοντοστάθηκε στην άκρη της Λεωφόρου.

Στο βάθος όσο μακριά έβλεπε, σε μια γραμμή που έμοιαζε να φτάνει στην άκρη της πόλης, άναβαν στη σειρά πράσινα φανάρια. Και κάπου στο τέλος, έλαμπαν τα φώτα από τους ουρανοξύστες στο Μανχάταν. Πέρασε απέναντι και διέσχισε το δρόμο μπροστά από το πάρκο, για να φτάσει στο σπίτι.

Οσο πλησίαζε τα φώτα του δρόμου αραίωναν, όλα γίνονταν πιο μαύρα, πιο σκοτεινά. Φτάνοντας στη γωνία, είδε ένα τεράστιο, θυμωμένο πρόσωπο να την κοιτάζει από τον απέναντι τοίχο. Ενα άγριο, άσχημο γκράφιτι που την τρόμαζε κάθε φορά που το έβλεπε και την έκανε να νιώθει αυτήν την γειτονιά ακόμη πιο ξένη, ακόμη πιο εχθρική.

Ξέσπασε σε κλάματα. Θα το έλεγε σήμερα στον Νίκο. Θα του ζητούσε να φύγουνε. Να τα παρατήσουν όλα και να φύγουν. Δεν ήταν ζωή αυτή. Λυπόταν το παιδί τους να ζει έτσι, σχολείο και μετά κλεισμένο σε εκείνο το απαίσιο υπόγειο μόνο του.

Λυπόταν εκείνον, να δουλεύει από τα χαράματα μέχρι το βράδυ στις οικοδομές για ψίχουλα. Λυπόταν τον εαυτό της, να έχει τόσα όνειρα και να δουλεύει σερβιτόρα, να σωριάζεται πεθαμένη το βράδυ στο κρεβάτι και να ξυπνάει το ίδιο πεθαμένη το άλλο πρωί. Ναι, δεν πήγαινε άλλο, θα έφευγαν.

Χτύπησε το κινητό της, ήταν ο Νίκος. «Ναι» είπε μονολεκτικά σε μια προσπάθεια να κρύψει ότι έκλαιγε.

– Πού είσαι αγάπη μου; Σχόλασες; ακούστηκε παράξενα χαρούμενη η φωνή του Νίκου.

– Ναι, σε λίγα λεπτά θα είμαι στο σπίτι. Νίκο… θέλω να μιλήσουμε.

– Ναι κι εγώ! Μην αργείς κοριτσάκι μου.

– Τι έγινε;

– Ελα και θα σου πω! της είπε και το έκλεισε.

Σκούπισε τα μάτια της και σήκωσε το κεφάλι της στον ουρανό. Είδε τα ψηλά δέντρα στο δρόμο να υψώνουν τις γυμνές από φύλλα σκιές τους στον ουρανό και πίσω από τα άδεια κλαδιά τους ένα χλωμό, θαμπό, ολόγιομο φεγγάρι.

Την κοίταζε από ψηλά και της φάνηκε πώς την κοιτούσε με συμπόνια. «Μην τα παρατάς» της ψιθύρισε μια φωνή μέσα της. «Πρέπει να βρεις το δρόμο σου. Πάντα είναι δύσκολα στην αρχή. Ομως πολλές φορές εκεί που όλα μοιάζουν μαύρα, εκεί που υπάρχει αδιέξοδο, γίνεται κάτι και όλα παίρνουν άλλη τροπή». Ενιωσε μέσα της να λάμπει η φλογίτσα μιας ελπίδας.

Εφτασε στο σπίτι, κατέβηκε τα σκαλιά και άνοιξε την πόρτα.

– Νίκο; φώναξε. Πού είσαι;

Προχώρησε μέσα. Τον είδε καθισμένο στο τραπέζι. Είχε βάλει να φάνε μαζί, είχε ανοίξει ένα μπουκάλι κρασί και την κοιτούσε γελαστός.

– Βρήκα δουλειά, της είπε. Δουλειά που πληρώνει καλά! Αν όλα πάνε όπως τα σκέφτομαι, σύντομα θα αλλάξουμε και σπίτι.

Τον αγκάλιασε και τον φίλησε. Την έσφιξε στο στήθος του και της χάιδεψε τα μαλλιά. Κι όπως την είχε αγκαλιά, ένιωσε για πρώτη φορά στην ξένη πόλη ευτυχισμένη.

Βγήκαν έξω να καπνίσουν. Βγάζοντας τον αέρα από την πρώτη ρουφηξιά, σήκωσε το κεφάλι της και κοίταξε ψηλά στον ουρανό. Το βλέμμα της σταμάτησε στο φεγγάρι που κρεμόταν σαν μια λαμπερή, ασημένια μπάλα κάτω από τα σκούρα σύννεφα. Το φως του έπεφτε στο χώμα μπροστά της και το φώτιζε σχηματίζοντας ένα στενό μονοπάτι.

«Θα τον βρούμε το δρόμο μας» του είπε. «Δύσκολα, μα θα τον βρούμε».
 Της Σταυρούλας Τσούτσα*.
*Η κ. Σταυρούλα Τσούτσα διδάσκει στο Λύκειο του Αγ. Δημητρίου στην Αστόρια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ρίξε και εσύ μια αλήθεια ή ένα ψέμα ή κι ακόμα άλλη μιά αοριστία..